Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Ο Παράκλητος ως διδάσκαλος της αληθείας κατά τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην


counter

Στ. Παπαδόπουλου, Πατέρες, αύξησις της Εκκλησίας,
’γιον Πνεύμα, 
Αθήνα 1975, σελ. 10-21

Ο Παράκλητος ως διδάσκαλος της αληθείας κατά τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην

1. To διδακτικόν έργον του Παρακλήτου ως «εκ νέου» κατανόησις του έργου του Κυρίου.
Υπό των συγχρόνων ερευνητών τονίζεται και υπογραμμίζεται ότι το αποκαλυπτικόν έργον του Παρακλήτου έγκειται εις την «υπό την καθοδήγησιν του Πνεύματος ακριβή γνώσιν της κοινότητος, όσον αφορά εις το νόημα του Χριστού και εις τα μέλλοντα συμβαίνειν» (1). Έτερος όμως ερευνητής παραπονείται ότι μέχρι σήμερον δεν κατενοήθη όσον απητείτο το γεγονός, ότι πρωταρχική αποστολή του Παρακλήτου είναι να συμβάλη εις την κατανόησιν του προσώπου και του έργου του Χριστού (2). Χαρακτηριστικόν εξ άλλου τυγχάνει ότι δυτικοί μελετηταί, ευρισκόμενοι προ της δυσχερείας να ερμηνεύσουν τους κυριακούς λόγους «έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ' ου δύνασθε βαστάζειν. όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν», καταφεύγουν εις ερμηνείας, αι οποίαι διασώζουν την έννοιαν του «νέου», όπερ διδάσκει το Πνεύμα, αφού τούτο πρόκειται να είπη και ό,τι δεν είπεν ο Κύριος, ενώ αποκλείουν την δυνατότητα αποκαλύψεως υπό του Πνεύματος διδασκαλίας τινός όντως και κατ' ουσίαν νέας. Ούτω ο Otto Betz, εξηγών το έργον του Παρακλήτου, υποστηρίζει ότι οι μαθηταί χρειάζονται αυτόν ως Βοηθόν κατά του άρχοντος του κόσμου, αλλά και ως Οδηγόν εν τη αληθεία, διότι το κήρυγμα του Χριστού «πρέπει να κατανοηθή εκ νέου» μετά την ανάστασιν (3). Επομένως το έργον του αγ. Πνεύματος συνίσταται εις την εκάστοτε υπό των πιστών κατανόησιν του γεγονότος της εν Χριστώ οικονομίας και ουχί εις προσφοράν νέου τινός.
Ο ρωμαιοκαθολικός καινοδιαθηκολόγος και υπομνηματιστής του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου Alfr. Wikenhauser αντιλαμβάνεται το αποκαλυπτικόν έργον του Παρακλήτου ως καθοδήγησιν των μαθητών προς βαθυτέραν κατανόησιν και ανάπτυξιν των αληθειών, τας οποίας είχεν ήδη κηρύξει ο Κύριος (4). Συνεπής δε πλήρως και προς τας δογματικάς και θεολογικάς προϋποθέσεις της Εκκλησίας του ο Wikenhauser συμπληροί προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ότι αι διδασκόμεναι υπό του Πνεύματος αλήθειαι δεν δύνανται να είναι «όλως διάφοροι και όλως νέαι» εν σχέσει προς εκείνας του Ιησού Χριστού (5).
Ο R. Βultmann, το προτεσταντικόν πνεύμα γενικώς a ποδί- δων επί του προκειμένου, αντιλαμβάνεται τον Παράκλητον ως δύναμιν ( Kraft ) μάλλον, ή ως πρόσωπον, δια της οποίας ο πιστός διαπερά το σκότος του μέλλοντος και διακρίνει ορθώς τα εν αύτω (6). Η έννοια του ιωαννείου «εκείνος (= ο Παράκλητος) διδάξει πάντα» (ιδ' 26) έχει παρηγορητικόν κατ' αυτόν χαρακτήρα. Εν τούτοις φρονεί παραδόξως ότι η αποκάλυψις δεν ετελείωσε δια των αποχαιρετιστηρίων τούτων λόγων του Κυρίου, πλην αλλ' όμως κατανοεί την συνέχισίν της ως «εκ νέου» δώρον εις το μέλλον (7). Η μελλοντική αυτή αποκάλυψις συνίσταται εις την επαναπρόσληψιν ( Wiederaufnahme ) του έργου του Κυρίου (8).
Αι ανωτέρω εκτεθείσαι συντόμως ερμηνευτικαί προσπάθειαι κατανοήσεως του χαρακτήρος, ο οποίος διέπει το αποκαλυπτικόν έργον του Παρακλήτου, είναι αντιπροσωπευτικαί των τάσεων, αι οποίαι κρατούν μεταξύ των ερμηνευτών εις τον χώρον της συγχρόνου θεολογίας.
2. Το έργον του Παρακλήτου ως αποκάλυψις όσων δεν είπε και διασάφησις όσων είπεν ο Κύριος.
Εις τον χώρον της ανατολικής θεολογίας απαντά διάφορος εκτίμησις του αποκαλυπτικού έργου του αγ. Πνεύματος, μη συμπίπτουσα πάντοτε και κατά την ουσίαν προς εκείνην της συγχρόνου θεολογίας.
Ούτω ο εκ των νεοελλήνων αρχαιότερος υπομνηματιστής του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου Ν. Δαμαλάς († 1892) (9), του οποίου όμως το σχετικόν έργον εξεδόθη μόλις εν έτει 1940, ερμηνεύων το έργον του Παρακλήτου, γράφει μετά πολλής σαφηνείας : «η διδακτική ενέργεια του Παρακλήτου έσται διττή, συμπληρωματική των υπ' Αυτού του Ιησού διδαχθέντων και υπομνηματιστική αυτών τούτων» (10). Γνώστης δε και της altera pars, η οποία δεν διενοείτο διδασκαλίαν «συμπληρωματικήν», παρατηρεί ότι «ικανοί εξηγηταί πειρώνται, ίνα περιορίσωσι την περί ης ο λόγος ενέργειαν του Παρακλήτου εις μόνην την υπόμνησιν» (11), ενώ κατά Δαμαλάν πρέπει να δεχθώμεν «το “υπομνήσει” ως διασαφητικόν του “διδάξει”» (12). Ο τελευταίος ούτος ισχυρισμός του Δαμαλά διαφοροποιεί την έναντι του χωρίου στάσιν αφ' ενός του ιδίου, θεωρούντος το ρήμα «υπομνήσει» διασαφητικόν του «διδάξει», και αφ' ετέρου των δυτικών θεολόγων γενικώς, αντιστρεφόντων τους όρους και θεωρούντων το «διδάξει» ως διασαφητικόν του «υπομνήσει», οπότε ο αποκαλυπτικός χαρακτήρ του αγ. Πνεύματος περιορίζεται αισθητώς, αν δεν απόλλυται παντελώς.
Συναφής προς την άποψιν του Δαμαλά είναι και η γνώμη του Basil Krivocheine, εκφραζομένη εν πολλή συντομία, αλλά και σαφήνεια : «Ούτω το άγιον Πνεύμα διδάσκει τους αποστόλους (Λουκ. ιβ' 12), ομιλεί δι΄ αυτών (Ματθ. ι' 20), έτι δε συμπληροί όσα τους έμαθεν ο Χριστός (Ιωάν. ιδ' 26) και τους αναγγέλλει τα μέλλοντα» (Ιωάν. ις' 13) (13).
Ο Εμ. όμως Ζολώτας, όστις συνέγραψεν ογκώδες έργον, επέχον θέσιν εισαγωγής εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, δεν φαίνεται συμμεριζόμενος τας σαφείς απόψεις του Δαμαλά, τας οποίας πιθανώτατα δεν εγνώριζεν, αφού του μεν Ζολώτα το έργον εξεδόθη εν έτει 1907, του δε Δαμαλά, καίτοι αποθανόντος τω 1892, εν έτει 1940. Και θεωρεί μεν ο Ζολώτας την «φωτιστικήν του παναγίου Πνεύματος χάριν» (14) ως «την τα σκοτεινά καταυγάσασαν και τα ελλείποντα αναπληρούσαν» (15), πλην ο χαρακτήρ της χάριτος αυτής του Πνεύματος παραμένει μάλλον «αναμνηστικός και φωτιστικός» (16) των όσων απεκάλυψεν ο Κύριος κατά την ένσαρκον αυτού οικονομίαν. Καθ' όσον δε αφορά την προς τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην βοήθειαν του Παρακλήτου προς συγγραφήν του Ευαγγελίου του αύτη συνίσταται εις την «διατήρησιν και παράστασιν» (17) μόνον των αληθειών, τας οποίας εκήρυξεν ο Κύριος.
Παραπλησίαν θέσιν εις το πρόβλημα του χαρακτήρος του έργου του Παρακλήτου έλαβε και ο Π. Τρεμπέλας, παραφράζων το Ιωάν. ιδ' 26 : «Ο Παράκλητος όμως, δηλαδή το ’γιον Πνεύμα, το οποίον θα στείλη ο Πατήρ δια να αποκαλύπτη εις τους πιστούς την αποστολήν μου, το έργον μου και ό,τι σχετίζεται με το όνομά μου και το πρόσωπόν μου, εκείνος θα σας διδάξη όλας τας σωτηριώδεις αληθείας και θα σας υπενθυμίση όσα σας είπα εγώ» (18).
Ο Max Thurian, καίτοι δεν δύναται να θεωρηθή ως ειδικός ερμηνευτής του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, εξέφρασεν ενδιαφερούσας και πρωτοποριακάς δια την Δύσιν κυρίως απόψεις, αναφορικώς προς την αποστολήν του Παρακλήτου. Ούτω μέμφεται κατ' αρχάς την Δύσιν, διότι δεν εξέλαβε σοβαρώς (19) τους λόγους του ηγαπημένου μαθητού περί Παρακλήτου, ως μέλλοντος να οδηγήση ημάς εις ολόκληρον την αλήθειαν (20). «Φρονώ — λέγει ο διαμαρτυρόμενος ούτος θεολόγος — ότι αντελήφθημεν πάντοτε το αγ. Πνεύμα ως οδηγούν ημάς εις πάσαν την αλήθειαν, επαναλαμβάνον ό,τι είπεν ο Χριστός» (21). Κατά την προοπτικήν του Ιωάννου όμως «οφείλομεν να ακούσωμεν το άγιον Πνεύμα και να έχωμεν προσωπικόν μετ' αυτού διάλογον» (22). Ο Thurian, χωρίς να είναι σαφής και όσον χρειάζεται τολμηρός, χωρεί ολίγον πέρα των γενικώς εν τη Δύσει κρατουσών σχετικών αντιλήψεων και υπογραμμίζει αρνητικώς ότι το έργον του Παρακλήτου ως διδασκάλου δεν εξαντλείται εν τη επαναλήψει των κυριακών λόγων.
Ο μνημονευθείς Δαμαλάς, διατυπών τα σχετικά προς το διδακτικόν και αποκαλυπτικόν έργον του Παρακλήτου, απηχεί τας απόψεις του αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας Θεοφυλάκτου, όστις, το Ιωάν. ιδ' 26 ερμηνεύων, υποστηρίζει : «το ουν άγιον Πνεύμα κ α ι εδίδαξε κ α ι υπέμνησεν· εδίδαξε μεν όσα ουκ είπεν ο Χριστός αυτοίς (=τοις μαθηταίς) ως μη δυναμένοις βαστάσαι· υπέμνησε δε όσα είπε μεν ο Ιησούς, είτε δε δι' ασάφειαν ή δια το νωθές του λογισμού ουκ ηδυνήθησαν κατασχείν τη μνήμη οι Απόστολοι» (23). Ενταύθα ο Θεοφύλακτος, όστις δια τα υπομνήματά του εις την Κ.Δ. γενικώς «στηρίζεται... επί του ι. Χρυσοστόμου και των τριών Καππαδοκών διδασκάλων» (24) διακρίνει σαφώς εν τω έργω του αγ. Πνεύματος χαρακτήρα διδακτικόν και χαρακτήρα υπομνηστικόν, έκαστος των οποίων έχει ίδιον και απολύτως διακεκριμένον περιεχόμενον.
Η μαρτυρία του Θεολόγου Γ ρηγορίου είναι επί του προκειμένου εξόχως ενδεικτική. Ο άγιος Γρηγόριος, εν τη προσπαθεία αυτού να πείση τους αρνουμένους την θεότητα του αγ. Πνεύματος ότι, καίτοι η Γραφή δεν εκφράζεται σαφώς επί της θεότητος του Πνεύματος, η περί αυτού βεβαιότης παρέχεται εις ημάς δια φωτισμού αυτού τούτου του Πνεύματος (25), κοινοποιήσαντος ημίν ό,τι ο Κύριος δεν είπε τοις μαθηταίς, ένεκα της αδυναμίας αυτών να παρακολουθήσουν τας αποκαλύψεις του, λέγει: «ην τινα τω σωτήρι και ει πολλών ενεπίμπλαντρ μαθημάτων, α μη δύνασθαι τότε βασταχθήναι τοις μαθηταίς ελέγετο, δι' ας είπον ίσως αιτίας, και δια τούτο παρεκαλύπτετο· και πάλιν πάντα διδαχθήσεσθαι ημάς υπό του πνεύματος ενδημήσαντος. Τούτων εν είναι νομίζω και αυτήν του πνεύματος την θεότητα, τρανουμένην εις ύστερον»(26).
Η υπογράμμισις του εξαιρετικού γεγονότος ότι το «Πνεύμα της αληθείας» διδάσκει «όσα ουκ είπεν» ο Χριστός απαντά ευθέως ή εμμέσως και εις άλλους πατέρας της Εκκλησίας. Ο ι. Φώτιος, χωρίς να ποιή διάκρισιν μεταξύ Αποστόλων και μεταγενεστέρων πιστών, χαρακτηρίζει την εις ημάς αποκαλυφθείσαν υπό του Κυρίου αλήθειαν ως «επί μέρους», ένεκα δε τούτου «δεόμεθα» προσέτι «και σοφίας και δυνάμεως και αληθείας», «την απόλαυσιν» των οποίων «άφθονον παράσχοι» (27) το αγ. Πνεύμα. Δέκται της αποκαλύψεως, η οποία επραγματοποιήθη ιστορικώς υπό του Ιησού Χριστού, εί- μεθα δια τον Φώτιον πάντες οι πιστοί, όπως πάντες — και όχι μόνον οι Απόστολοι — είμεθα δέκται της πλήρους αληθείας, την οποίαν παρέχει το Πνεύμα. Το τελευταίον τούτο γεγονός της αποδοχής της πλήρους αληθείας παρουσιάζεται ως συμβαίνον εις πάσαν εποχήν, εάν κρίνωμεν εκ του χρόνου του ρήματος τον οποίον χρησιμοποιεί ο Φώτιος εις την φράσιν : «και σου (= Χριστέ) μυσταγωγούντος, έτι δεόμεθα... αληθείας» (28) εξ αγ. Πνεύματος.
Σχετικάς απόψεις εκφράζει και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, εξ άλλης προφανώς προβληματολογίας αφορμώμενος. Ούτος προσπαθεί να πείση ότι δια να ομιλήση τις περί τίνος πράγματος πρέπει ή να έχη ακούσει περί αυτού ή να έχη γίνει αυτόπτης (29). Οι συγγραφείς λ.χ. της Καινής Διαθήκης ομιλούν ενίοτε περί πραγμάτων, τα οποία δεν είδον επομένως κάποιου ήκουσαν περί αυτών και αυτός ήτο το Πνεύμα της αληθείας (30), αφού, καθόσον γνωρίζομεν, δεν ήτο ο Κύριος, όστις όμως υπεσχέθη την αποστολήν του Παρακλήτου, όστις θα εδίδασκε πράγματα, δια τα οποία δεν ωμίλησεν ο ίδιος : «Ότι δε και α ουκ είπεν αυτοίς ο Χριστός, ταύτα το Πνεύμα το άγιον τοις αποστόλοις επελθόν εδίδαξε και είπε, φησίν ο αυτός· έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ' ου δύνασθε βαστάζειν· όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν... Έμαθες πόθεν εδιδάχθησαν οι γράψαντες;» (31).
Ο Παράκλητος κατά ταύτα πέρα του έργου αυτού «ως μεσίτου» και συνηγόρου και παρηγορητού των πιστών, έργου το οποίον εγένετο αντικείμενον πολλής και συντόνου μελέτης (32), είναι και διδάσκαλος, ως εξηγεί ο Μοψουεστίας Θεόδωρος : «άλλον δε Παράκλητον λέγει (= ο Ευαγγελιστής Ιωάννης) αντί του άλλον διδάσκαλον» (33). Η ιδιάζουσα προσφορά του Παρακλήτου ως διδασκάλου εν αναφορά προς την προσφοράν του Κυρίου δέον να ζητηθή εις την τελείωσιν και την ακρίβειαν. Ο Κύριλλος Αλεξανδρεία ς διδάσκει ότι η «τελειοτάτη και ακριβεστάτη αποκάλυψις» «του μυστηρίου» γίνεται εις ημάς δια του Παρακλήτου, αποστελλομένου εξ ονόματος του Χριστού (34). Τα περί τελειοτάτης και ακριβεστάτης αποκαλύψεως λεγόμενα ενταύθα ουδόλως σημαίνουν βέβαια ότι η αποκάλυψις του Κυρίου έχρηζε «βελτιώσεως» (35) ή αναθεωρήσεώς τινος, δοθέντος ότι το γεγονός της αποκαλύψεως καθόλου είναι έργον των θείων ενεργειών, αι οποίαι κατά την διδασκαλίαν του αγίου Γρηγορίου Παλαμά τυγχάνουν κοιναί δια τα τρία της Τριάδος πρόσωπα, δι' ων όμως αύται φανερούνται. Μέλλοντες να είπωμεν εις άλλο σημείον της παρούσης μελέτης περί του πώς δέον να ερμηνευθή το γεγονός, ότι ο Παράκλητος πραγματοποιεί την πλήρη αποκάλυψιν, χωρίς τούτο να σημαίνη ότι η προτέρα ήτο ατελής, αρκούμεθα εις μίαν διασάφησιν του Κυρίου. Ούτος, κατά τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην, αμέσως μετά την δήλωσιν ότι μέλλει να έλθη «εκείνος», όστις θα οδηγήση τους μαθητάς εις πάσαν την αλήθειαν, λέγει : «ου γαρ λαλήσει αφ' εαυτού, αλλ' όσα αν ακούση λαλήσει» (36), διότι πλην της προσωπικής υποστάσεως, τα πάντα εν τη αγία Τριάδι είναι κοινά. Δέον δε να σημειωθή ότι οι πατέρες της Εκκλησίας αντελήφθησαν και ηρμήνευσαν ομοφώνως πάντες την αποκαλυπτικήν ή επιφοιτητικήν δύναμιν του Παρακλήτου ως ουχί αλλοτρίαν του Χριστού (37).
Ο ερμηνευτής Ευθύμιος Ζιγαβηνός διασαφηνίζει σημαντικάς πλευράς των εκ των σχετικών ιωαννείων χωρίων προκυπτόντων προβλημάτων. Ούτω την φράσιν «εν τω ονόματί μου» (38) εξηγεί δια του «αντ' εμού» (39) όπερ υπογραμμίζει την άποψιν περί συνεχείας του έργου του Κυρίου, εις το οποίον διαλαμβάνεται και το αποκαλύπτειν αληθείας. Μεγαλυτέρας σημασίας είναι η ανάλυσις του «αλλ' όσα αν ακούση, λαλήση» (40) το Πνεύμα : «όσα αν ακούση παρά του Πατρός, ο και περί εμαυτού πολλάκις είρηκα, δηλών το ομοούσιον και ομοφυές και ίσον... Ώσπερ γαρ ο Υιός, πλήρωμα νόμου και προφητών, τα τυπικώς προδιαγραφέντα βεβαιώσας δια της αληθείας, ούτω και το θείον Πνεύμα, πλήρωμα του Ευαγγελίου, αναπληρούν τα του Υιού, καθώς και ούτος τα του Πατρός» (41). Ενταύθα ο Ζιγαβηνός διακρίνει «την οικονομίαν»—ως χαρακτηρίζει και αλλαχού (42) την αποστολήν ή το έργον—του Υιού της οικονομίας του Πνεύματος, τοποθετών αμφοτέρας επί του αυτού άξιολογικώς επιπέδου και τονίζων ότι όπως ο Υιός υπήρξε το πλήρωμα της Π.Δ., ούτω και το Πνεύμα είναι το πλήρωμα του Ευαγγελίου. Επομένως εάν η εν Χριστώ Διαθήκη είναι Καινή εν συγκρίσει προς την πρώτην Διαθήκην του Θεού, ήτοι προς την Παλαιάν, έπεται ότι και όσα θα ειργασθή το Πνεύμα ως πλήρωμα του Ευαγγελίου θα είναι «καινά» εν συγκρίσει προς τα του Ευαγγελίου. Τούτο σημαίνει ότι το Πνεύμα δημιουργεί και αποκαλύπτει εν τη Εκκλησία καινά, αλλ' ουχί αντίθετα προς τα της Γραφής. Η ζωή της Εκκλησίας αποτελεί αδιαμφισβητήτως απόδειξιν του ισχυρισμού του Ζιγαβηνού.
Παρίστατο ανάγκη όπως το άγιον Πνεύμα συνέχιση εσαεί την αποκαλυπτικήν του δράσιν, διότι ο Κύριος «ου κατέληξεν αποκαλύπτων» (43). Η φράσις αύτη του αγίου Κυρίλλου είναι κατ' εξοχήν πολυσήμαντος, διότι συνιστά απόλυτον κατάφασιν του εξακολουθητικού και προσθετικού χαρακτήρος της δια του Παρακλήτου πραγματοποιουμένης αποκαλύψεως, ενώ συγχρόνως θα δρα ούτος και υπομνηστικώς, κατά το «υπομνήσει», δι' όσας των αληθειών εξέθεσεν ο Κύριος. Αφού ο ενανθρωπήσας Χριστός «ου κατέληξεν αποκαλύπτων», έπεται ότι συνεχίζεται η αποκάλυψις. Το εξακολουθητικώς όμως αποκαλυπτόμενον είναι πάντοτε το μυστήριον (44) της αγ. Τριάδος και της οικονομίας του Υιού. Πώς συμβαίνει να υπάρχη συνεχής αποκάλυψις του αυτού πράγματος, της αυτής αληθείας (45), αποτελεί ακανθώδες θεολογικόν πρόβλημα, περί του οποίου θα γίνη λόγος εις έτερον σημείον της παρούσης μελέτης.
Ο ι. Χρυσόστομος, κηδόμενος των απλοϊκωτέρων την πίστιν και την κατάρτισιν χριστιανών, οι οποίοι εκινδύνευον να παρανοήσουν τους λόγους του Κυρίου περί Παρακλήτου, μέλλοντος να διδάξη ό,τι ο ίδιος ένεκα της αδυναμίας (46) των μαθητών του δεν είπε, επιχειρεί βαθείαν τομήν εις το γεγονός της θείας αληθείας, υποστηρίζων ότι η διδασκαλία, την οποίαν παρουσιάζει ο Παράκλητος, ταυτίζεται προς την διδασκαλίαν, την οποίαν θα εσυνέχιζεν ο Κύριος, εάν οι Απόστολοι ηδύναντο να βαστάσουν αυτήν κατά τον καιρόν της ενσάρκου οικονομίας (47). Τον αυτόν κίνδυνον δια τους πιστούς διείδε και ο Θεολόγος άγιος Γρηγόριος. Εξηγήσας τα κατά το άγιον Πνεύμα και την θεότητα και το έργον του και φοβηθείς ότι δυνατόν οι πιστοι να εκλάβουν την διδασκαλίαν του Πνεύματος ως διαφόρου εξουσίας και πηγής (48) από εκείνης του Κυρίου, σπεύδει να υπογραμμίση ότι το Πνεύμα στέλλεται εν τω ονόματι (49) του Κυρίου και άρα δεν πρόκειται περί διδασκαλίας ξένης προς αυτόν, καίτοι δεν διετύπωσεν αυτήν ο ίδιος.
«Εκ των αυτών και αυτός ( = ο Παράκλητος) ερεί» (50). Το χωρίον τούτο εν συνδυασμώ προς τα προηγούμενα εισάγει ευθέως εις το πρόβλημα της θείας απλότητος και των κοινών θείων ενεργειών των τριών προσώπων της αγίας Τριάδος. Η πηγή της προς τα έξω ακτινοβολίας της Τριάδος είναι μία, είναι κοινή, διότι πρόκειται περί της κοινής εις τα θεία πρόσωπα φύσεως, η οποία παραμένει άγνωστος, άρρητος και αμέθεκτος ανθρώποις και αγγέλοις. Δια λόγους όμως σωτηριολογικούς ο Θεός γίνεται μεθεκτός εις τον άνθρωπον δια των άκτιστων και ουσιωδών ενεργειών της θείας φύσεως. Αι ενέργειαι αύται ενώ είναι κοιναί, διότι εκπέπονται υπό της αυτής κοινής θείας φύσεως, προσφέρονται εξ απείρου θείας αγάπης εις τον άνθρωπον μέσω των προσώπων της αγίας Τριάδος. Η αποκάλυψις και η διδασκαλία, ως αναφέρει εν τη περιπτώσει τούτη ο ι. Χρυσόστομος, είναι κοιναί θείαι ενέργειαι προς τον άνθρωπον, δι' αυτών δε γνωρίζομεν αυτόν τον Θεόν και όχι απλώς κάτι περί του Θεού.
Η τοιαύτη θεώρησις των κυριακών λόγων του Ιωάννου περί του Παρακλήτου ως διδασκάλου και συνεχιστού του αποκαλυπτικού έργου του Σωτήρος Χριστού απαντά και κατά τους μεταγενεστέρους αιώνας, ώστε να ευρίσκωμεν παράδοσιν ενιαίαν και αδιάσπαστον.
Ο κορυφαίος εκπρόσωπος της θεολογίας της θεοπτίας, δηλ. ο άγιος Γ ρηγόριος ο Παλαμάς, φρονεί ότι το άγιον Πνεύμα «και ήλθε κατά την δεδομένην υπό του Σωτήρος... επαγγελίαν» (51) και έμεινεν εις τους ανθρώπους και εδίδαξεν εις αυτούς (52) «πάσαν την αλήθειαν» (53). Η αλήθεια μάλιστα, την οποίαν διδάσκει το άγιον Πνεύμα θεωρείται και χαρακτηρίζεται υπό του ιερού ανδρός «ως μηδέπου εγνωσμένη» (54), αφού άλλωστε, εάν δηλ. ήτο «εγνωσμένη», δεν θα παρίστατο ανάγκη να διδάξη αυτήν ο Παράκλητος, αλλά θα ηρκείτο πλέον εις μόνην την υπόμνησιν αυτής, ως πράττει δι' όσα είχεν ήδη αποκαλύψει ο Κύριος. Η επαγγελία του Σωτήρος περί αποστολής του Παρακλήτου και διδασκαλίας αυτού προς ημάς κέκτηται πρακτικώς σημασίαν μόνον υπό τον όρον, ότι είμεθα ητοιμασμένοι δια την εντός ημών εκπλήρωσίν της, τούθ' όπερ συμβαίνει «ηνίκα νουν έχο- μεν Χριστού και οφθαλμούς πνευματικούς» (55).
3. Συμπεράσματα .
Όσα εξεθέσαμεν εις την παρούσαν παράγραφον, εν τη προσπάθεια ημών να παρουσιάσωμεν όλως αντιπροσωπευτικώς τας περί του διδακτικού ή αποκαλυπτικού έργου του Παρακλήτου απόψεις, αι οποίαι κρατούν μεταξύ των συγχρόνων ερμηνευτών και των πατέρων της Ανατολής, δύνανται να διατυπωθούν συνοπτικώς εις τας εξής προτάσεις :
α) Σύγχρονοι ερμηνευταί.
Ο Παράκλητος παρέχει εις την κοινότητα ασφαλή γνώσιν των αφορώντων εις τον Χριστόν και τα μέλλοντα συμβαίνειν (Σ. Αγουρίδης).
Πρωταρχικός σκοπός του Παρακλήτου είναι να συμβάλη εις την κατανόησιν του έργου του Κυρίου (Ο. Cullmann ).
Το έργον του Παρακλήτου είναι και αποκαλυπτικόν, διότι οδηγεί ημάς εις την «εκ νέου» πάντοτε κατανόησιν του κηρύγματος του Χριστού ( Otto Betz ).
Ο Παράκλητος βοηθεί εις βαθυτέραν κατανόησιν και περαιτέρω ανάπτυξιν των αληθειών, τας οποίας απεκάλυψεν ο Κύριος. Η ανάπτυξις αληθείας τινός δεν σημαίνει νέον τι κατ' ουσίαν ( Alfr. Wikenhauser ).
Ο Παράκλητος νοείται μάλλον ως δύναμις παρηγορητική και αποκαλυπτική, συντελούσα εις την εκάστοτε εν ημίν επαναπρόσληψιν του έργου του Κυρίου ( R. Bultmann ).
Η ενέργεια του Παρακλήτου είναι συμπληρωματική όσων δεν είπε και υπομνηστική όσων είπεν ο Κύριος (Ν. Δαμαλάς).
Ο Παράκλητος νοείται μάλλον ως χάρις φωτιστική και υπομνηστική όσων είπεν ο Κύριος (Εμ. Ζολώτας).
β) Πατέρες.
Ο Παράκλητος εδίδαξεν — απεκάλυψεν όσα δεν είπε και υπέμνησεν όσα είπεν ο Κύριος (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας).
Ο Παράκλητος διδάσκει — αποκαλύπτει ημίν όσα δεν ηδύναντο να βαστάσουν οι μαθηταί προ της αναστάσεώς του (Θεολόγος Γρηγόριος).
Ο Κύριος απεκάλυψε την αλήθειαν «επί μέρους», ενώ ο Παράκλητος παρέχει αυτήν εις τους πιστούς αφθόνως και πάντοτε (ι. Φώτιος).
Ό,τι οι απόστολοι δεν ήκουσαν παρά του Κυρίου, έλαβον παρά του αγίου Πνεύματος (Συμεών Νέος Θεολόγος).
Ο Κύριος συνεχίζει την αποκάλυψιν δια του Παρακλήτου, όστις και δίδει την τελείαν αποκάλυψιν, η οποία αφορά εις τον Μονογενή (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
Η διδασκαλία του Κυρίου και η διδασκαλία του Πνεύματος είναι της αύτής πηγής (ι. Χρυσόστομος, Θεολόγος Γρηγόριος).
Η διδασκαλία του Πνεύματος ην «ουδέπου εγνωσμένη» (Γρηγόριος Παλαμάς).

1) Σ. ΑΓΟΥΡΙΔΟΥ, Ο «ΙΙαράκλητος» και ο «Κατήγορος» εν, βιβλικά Μελετήματα, Α', Αθήναι 1966, σελ. 86. Πρβλ. και σελ. 68.
2)  Ο. CULLMANN, Les sacrements dans l' Évangile Johannique , Paris 1951, σ. 17. Πρβλ. και H. MÜHLEN, L' Esprit dans l' Église (bibliothèque oecumenique 6), Paris 1969, σελ. 370, 373.
3) Der Paraklet, Fiirsprecher im häretischen Spätjudentum, im Johan nes- evangelium und in neu gefundenen gnostischen Scriften, Leiden - Köln 1963, σ. 208.
4)  «Εγ (Christus) kann ihnen ( τοις μαθηταίς ) die tröstliche Zusicherung geben, dass sein Offenbarerwirken in der Tätigkeit des Parakleten seine Fortsetzung fidet, den der Vater in seinen Nammen senden wird. Der Pareklet wird hier als Lehrer charakterisiert, und seine Tätigkeit als lehren und erinnern beschreiben. Die beiden Ausdrücke besagen nicht das gleiche... Der Paraklet wird sie, wie Jesus 16,13 ausdruckt, zur ganzen und vollen Wahrheit führen (vrgl. A Johan. 2,27). Dieses Lehren wird sich dadurch vollziehen das der Heilige Geist sie tiefer in das Verständnis der von Jesus verkundeten Wahrheiten ein- führt, diese Warhrheiten, weiter entfaltet und entsprchend den zweiligen Anforderungen, der Zeit. ergänzt, und ver-vollständigt, nicht aber ganz andere und, völlig neue Lehren bringt (Das Evangelium nach Johannes, Regensburg 1948, σελ. 227).
5)  Αυτόθι.
6)  Das Evangelium des Johannes, Göttingen 1950, σελ. 441-442, 484 : « Die Charakterisierung des Parakleten mit dem gemeinschriftlichen Terminus als des άγιον πνεύμα weist wieder darauf hin, dass er die der Gemeinde geschenkte Kraft ist in der das eschatologische Geschehen sich weitervol- lzieht».
7)  «Das διδάσκει hat den tröstlichen Sinn der Verheissung von 16, 13a : die Offenbarung ist mit dem Abschied Jesu nicht Abschluss gekommen, sondern wird in jeder Zukunft neu geschenkt werden» ( αυτόθι ).
8)  'Ε. αν ., σελ. 485.
9)  Μ. ΣΙΩΤΟΥ, Εν Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, 4, σελ. 901-903.
10)  Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Αθήναι 1940, σελ. 594.
11)  Αυτόθι.
12)  Αυτόθι.
13)  Autorité et Saint- Esprit, εν Messager de l' Exarchat du partiarche russe en Europe occidentale, 17 (1969) 206.
14)  Υπόμνημα, εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον , Αθήυαι 1907, σελ. 325.
15)  Αυτόθι.
16)  Έ. άν., σελ. 442.
17)  Αυτόθι.
18)  Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Αθήναι 1954, σελ. 566-567. Πρβλ. και σελ. 567-568.
19)  L' Esprit Saint et l' Église (Akadémie internationale des Sciences Religieuses). L' avenir de l' Église et de l' oecumenisme , Fayard Paris 1969, σελ. 263.
20)  Αυτόθι.
21)  Έ. αν., σελ. 263-264.
22)  Έ. αν., σελ. 264.
23)  Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, PG 124, 188D.
24)  R. JANIN., εν ΘΗΕ, 6, σελ. 418.
25)  Θεολογικός πέμπτος περί του αγ. Πνεύματος 27, 33, PG 36, 164, 172.
26)  Έ. αν., PG 36, 164BC.
27)  «Και συ μεν (Κύριε) επί μέρους ημίν την αλήθειαν απεκάλυψας· εκείνος δέ ( ο Παράκλητος) οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν· και σου μεν μυσταγωγούντος, έτι δεόμεθα και σοφίας και δυνάμεως και αληθείας· εκείνος δε παραγεγονώς πάντων ημίν την απόλαυσιν άφθονον παράσχοι. Ει τοίνυν συ ταύτα, η ενυπόστατος σο­φία καί αλήθεια, διδάσκεις, ουκ επιδιστάζειν ημάς προσήκε και της προς το μείζον εξελαττούσης τιμής τε και δόξης το Πνεύμα παρ' ημών αξιούσθαι» (Περί της του αγ. ΙΙνεύματος μυσταγωγίας, PG 102, 305CD, 308 Α ).
28)  Αυτόθι.
29)  Ηθικά V, εν Sources Chrétiennes, No 121, Paris 1967, σελ. 106.]
30)  «Ούπω γαρ τέως λέγω ότι είδον αυτά και είπον, αλλ' ότι ήκουσαν... γνώθι ότι παρά του αγίου ταύτα μεμεθήκασι Πνεύματος, καθώς αυτοίς και ο Κύριος έλεγεν· όταν δε έλθη ο Παράκλητος...» (ε. αν., σελ. 106, 108).
31)  Αυτόθι.
32)  Βλ. σχετικώς εμπεριστατωμένας μελέτας των Σ. ΑΓΟΥΡΙΔΟΥ, Ο «Παράκλητος» και ο «Κατήγορος», εν Βιβλικά μελετήματα, Α, Αθήναι 1966, σελ. 67-86, και Ο. BETZ, Der Paraklet, Leiden - k ö ln 1963.
33)  Εις το κατά Ιωάννην, PG 66, 77Α.
34)  Εις το κατά Ιωάννην, PG 74, 301Α.
35)  Πρβλ. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Επιστολή 223, Προς Ευστάθιον, PG 32, 829Β. Πρβλ. και σελ. 43-44 και αλλαχού της παρούσης μελέτης.
36)  Ιωάν. ις' 13.
37)  Δείγματος χάριν πρβλ. ΚΥΡΙΛΛΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, PG 74, 276Β.
38)  Ιωάν. ιδ' 26.
39)  Ερμηνεία εις τα τέσσαρα Ευαγγέλια , εν ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΙΔΟΥ, Η Κ.Δ. μετά υπομνημάτων αρχαίων , Β, Αθήυαι 1842, σελ. 673.
40)  Ιωάν. ις' 13.
41)  ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Έ. αν., σελ. 692.
42)  Έ. αν., σελ. 673.
43)  ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, PG 74, 576.
44)  «Ου γαρ κατέληξεν αποκαλύπτων ημίν ο Μονογενής, του καθ' εαυτόν μυστηρίου την δύναμιν αποκαλύψας τοις πρώτοις εν αρχαίς· ενεργεί δε τούτο δια παντός, ενσπείρων εκάστω τον δια του Πνεύματος φωτισμόν και χειραγωγών εις επίγνωσιν των υπέρ νουν και λόγον τους αγαπώντας αυτόν» (ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Εις το κατά Ιωάννην, PG 74, 576).
45)  «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. ιδ' 6).
46)  PG 59, 423. Πρβλ. και έ. αν.,424, ένθα χαρακτηρίζει την υπό του Πνεύματος θαυματουργικώς παρεχομένην πίστιν ως «την τελείαν» εν συγκρίσει προς εκείνην, την οποίαν είχομεν προ της προσωπικής ελεύσεως αυτού.
47)  «Μία η εμή (=Υιού) και εκείνου (=Παρακλήτου) διδασκαλία εστίν· εξ ων έμελλον εγώ διδάσκειν, εκ των αυτών και αυτός ερεί· και γαρ και εκείνα εμά εστι και την εμήν συγκροτεί δόξαν» ( PG 59, 425).
48)  Λόγος θεολογικός πέμπτος περί του άγιου Πνεύματος 26, PG 36, 164ΑΒ
49)  Αυτόθι.
50)  ΙΩANNOY ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, PG 59, 425.
51)  Λόγος Α' περί εκπορεύσεως , εν Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Συγγράμματα του Γρηγορίου ΙΙαλαμά , Α, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 27.
52)  Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων Β' 2, έ. αν., σελ. 601.
53)  Αυτόθι.
54)  Έ. αν., σελ. 578-579.
55)  Αυτόθι.

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

Η κάθοδος του Πνεύματος υπό μορφήν «περιστεράς»


counter


     Μια άλλη ερμηνευτική δυσκολία είναι κι εκείνη της «μορφής» με την οποία παρουσιάσθηκε το Άγιο Πνεύμα. Και τα τέσσερα Ευαγγέλια μιλούν εδώ με τη «συμβολική» γλώσσα της βιβλικής προτύπωσης, αναφέροντας την «περιστεράν» και χρησιμοποιώντας τους ρηματικούς τύπους «καταβαίνον» (Ματθ. 3, 16,  Μάρκ. 1,10· Ιωάν. 1,32) ή «καταβήναι» (Λουκ. 3,21). Και ο μεν Ματθαίος συμπληρώνει την περιγραφή με τη διατύπωση «και ερχόμενον επ’ αυτόν», ο δε Ιωάννης με το «και έμεινεν επ’ αυτόν». Όλες δε οι διατυπώσεις αυτές, ασφαλώς υπονοούν κάποια πραγματική «κάθοδο» ενός αντικειμενικού «φαινομένου».
     Οι Ευαγγελιστές όλοι είναι σαφείς στο σημείο αυτό, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται «άνωθεν» και υπό μορφήν περιστεράς. Οι φράσεις «ωσεί περιστεράν» (Ματθ. 3,16), ή «ως περιστεράν» (Μάρκ. 1,10· Λουκ. 3,22) φανερώνουν δύο πράγματα: πρώτο, ότι εδώ έχουμε πραγματικό και όχι φανταστικό γεγονός και δεύτερο, ότι η «περιστερά» ανήκει στη βιβλική «συμβολική» γλώσσα και όχι στον κόσμο των φαινομένων. Αυτό που «κατέρχεται» και «κάθεται» στην κεφαλή του  Ιησού ομοιάζει με «περιστερά» («ωσεί περιστεράν») και δεν είναι μια πραγματική περιστερά του ζωικού κόσμου.
     Αλλά, τί σημαίνει αυτή η συμβολική μορφή της «περιστεράς» και γιατί η φανέρωση του Πνεύματος περιγράφεται εδώ με τη μορφή αυτή; Αυτή η συμβολική και βιβλική «εικόνα» υποδήλωνε ταυτόχρονα και κάποια «σωματική» οντότητα; Τα ερωτήματα αυτά τίθενται εδώ εξαιτίας μιας επεξηγηματικής διατύπωσης που υπάρχει στην ευαγγελική διήγηση του Λουκά και που αναφέρει συγκεκριμένα την όντως περίεργη φράση: «και καταβήναι το Πνεύμα το Άγιον σωματικώ είδει ωσεί περιστεράν επ’ αυτόν» (Λουκ. 3,22). Πράγματι, με ποιά έννοια το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται «σωματικώ είδει» και πώς μπορεί να κατανοηθεί η διατύπωση αυτή σήμερα από εμάς; Ενδιαφέρον παρουσιάζει να δούμε, πως αποδίδεται η φράση αυτή μεταφραστικά από τις διάφορες σύγχρονες μεταγλωττίσεις της Καινής Διαθήκης στη νεοελληνική και δημοτική γλώσσα.
    Κατά χρονολογική σειρά έχουμε τις εξής βασικότερες νεοελληνικές μεταφράσεις, που αποδίδουν το σχετικό στίχο που μας ενδιαφέρει εδώ (Λουκ. 3,22) σχεδόν πανομοιότυπα: «και να καταβή επάνω του το Άγιο Πνεύμα, το οποίον ενεφανίσθη με σχήμα και είδος εξωτερικόν και σωματικόν, που ωμοίαζε προς περιστεράν, χωρίς όμως και να είναι πραγματική περιστερά» (Τρεμπέλας)· «και κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιο με μορφήν εξωτερικήν και σωματικήν που έμοιαζε προς περι­στεράν» (Κολιτσάρας)· «και κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιον επάνω του υπό σωματικήν μορφήν σαν περιστερά» (Βέλλας)· «και κατέβηκε σ’ αυτόν το Άγιο Πνεύμα με ορατή μορφή, σαν περιστέρι» (των «έξι»).
    Το συμπέρασμα που βγαίνει από όλες αυτές τις μεταφραστικές προσπάθειες είναι, ότι η διατύπωση «σωματικώ είδει» έχει ως σκοπό να τονίσει κυρίως την «ορατή» και πραγματική ιστορική παρουσία του Αγίου Πνεύματος και όχι την κάθοδο κάποιας «σωματικής» και πραγματικής περιστεράς. Έτσι αναιρείται συγχρόνως και κάθε μυθική έννοια, προερχόμενη από οποιαδήποτε «πνευματοκρατική» ερμηνεία, όπως θέλησαν να δουν τη φράση αυτή πολλοί φιλελεύθεροι σύγχρονοι δυτικοί ερμηνευτές.
    Βέβαια, πολλοί αρχαίοι αλλά και νεώτεροι ερμηνευτές και υπομνηματιστές έχουν συσχετίσει τη «σωματική» αυτή εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος με το αιώνιο «σύμβολο της ειρήνης» που είναι η περιστερά, για να τονίσουν ιδιαίτερα, για λόγους καθαρά πνευματικούς, την πραγματοποίηση της συμφιλίωσης στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού όλης της ανθρωπότητας και την αναίρεση της «έχθρας» που υπήρχε μεταξύ ανθρώπου και Θεού. Η περίοδος της απάρνησης του θελήματος του Θεού και της αποστασίας του ανθρώπου που κατέληξε στον κατακλυσμό του Νώε και την καταστροφή της ανθρωπότητας, έληξε με την εμφάνιση μιας περιστέρας. Και όπως η περιστερά τότε έφερε το καλό μήνυμα στον κόσμο της κιβωτού για τη σωτηρία (Γεν. 8,8-12), έτσι και τώρα μια άλλη «περιστερά» αναγγέλλει στον κόσμο των ανθρώπων τη σωτηρία και την έλευση στην ανθρωπότητα του λυτρωτή και σωτήρα Χριστού.
      Η  Εκκλησία, ως μια νέα κιβωτός, θα εκφράσει συγκεκριμένα στην ιστορία τη νέα συμφιλίωση ουρανού και γης, που άρχισε με τη σάρκωση του Λόγου και φανερώθηκε κατά τρόπο «ορατό» και «σωματικό» στο γεγονός της βάπτισης του Ιησού στα νερά του  Ιορδάνη. Ο άγγελος στην έναρξη αυτής της ιστορίας και κατά τη στιγμή της γέννησης του Ιησού είχε αναγγείλει την κάθοδο «επί γης» της ειρήνης. Και τώρα η «περιστερά» έρχεται ως το «σύμβολο» της ειρήνης να επιβεβαιώσει την αλήθεια εκείνη και να αναγγείλει την έναρξη της νέας και εσχατολογικής εποχής του Αγίου Πνεύματος (βλ. Ιωήλ 2,28-32· Πράξ. 2,17-20). Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος είναι η μεγάλη εγγύηση για την εγκαθίδρυση της ειρήνης στον κόσμο, με μια έννοια καθαρά σωτηριολογική αλλά και εσχατολογική. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο κύριος φορέας αυτής της ειρήνης, με κέντρο αναφοράς την εσχατολογική πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, που έρχεται με την παρουσία του να εγκαινιάσει στον παρόντα ιστορικό μας κόσμο.
     Όλα αυτά είναι, ασφαλώς, τρόποι προσέγγισης και ερμηνείας ενός βιβλικού γεγονότος. Άλλους ικανοποιούν και άλλους ίσως όχι. Πιστεύουμε δε, ότι καμιά ερμηνεία δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή από όλους και σε όλες τις εποχές. Αυτό μόνο που μπορεί να τονίσει με βεβαιότητα κανείς εδώ είναι, ότι το «σύμβολο» της περιστεράς διεδραμάτισε ένα σημαντικό ρόλο στη βιβλική γλώσσα και σε όλες τις παραδόσεις της ιουδαϊκής γραμματείας. Υπενθυμίζουμε ιδιαίτερα την περίπτωση εκείνη, όταν η Παλαιά Διαθήκη θέλησε να παραστήσει το Πνεύμα του Θεού να «επιφέρεται επάνω του ύδατος» και να υποδηλώνει μ’ αυτό τον τρόπο τη γέννηση και τη δημιουργία του κόσμου (Γεν.1,2). Με αφορμή αυτή την εικόνα, ισχυρίζονται πολλοί, ότι κι εδώ έχουμε κάτι ανάλογο, την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος υπό τη μορφή της περιστεράς τη στιγμή της βάπτισης του Ιησού στα νερά του Ιορδάνη, όπου έρχεται να υποδηλώσει και να φανερώσει μια νέα πραγματικότητα που ήδη τώρα αρχίζει να διαφαίνεται καθαρότερα και που σημαίνει την αρχή μιας νέας και εσχατολογικής δημιουργίας. Η Εκκλησία, ως κιβωτός και νέα Δημιουργία, συνδέει αυτές τις δύο συμβολικές παραστάσεις της ιουδαϊκής και της χριστιανικής παράδοσης, στη δική της ιστορική πραγματικότητα που το Άγιο Πνεύμα εγκαινίασε στον κόσμο του παρόντος.

(Γεωργίου Π. Πατρώνου, «Η ιστορική πορεία του Ιησού», εκδ. Δόμος, σ. 245-251)

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν


counter

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,

.           Γνωρίζουμε (καὶ ἀποδεχόμαστε) ὅτι αἰτούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου εἶναι ἡ σωτηρία τῆς φύσης μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς σύγχυσης (τοῦ θανάτου). Ἑπομένως ἀναφερόμαστε σὲ θεραπεία (ἀλλαγὴ) τῆς φύσης μας ἀπὸ ἐνδημοῦσα κατάσταση ἀσθενείας. Τέτοια θεραπεία καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεότητα συνδέθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καθένας πλέον ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει νέα γέννηση, νὰ ὑπάρξει δηλαδὴ ὡς νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι κατὰ συμβολικὸ ἢ ἠθικὸ τρόπο, ἀλλὰ κατὰ ὑπαρξιακό. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἀναλύουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς λένε λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ παραδοθοῦμε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ»), βαπτιστοῦμε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς μέλη ἑνὸς νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, «τρῶμε καὶ πίνουμε» τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε κοινωνία μαζί του, κοινωνοῦμε μὲ τὴ δική του θεωμένη ἀνθρώπινη φύση («Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» – Ἰωάν. ϛ´ 56). Στὴ θεία Λειτουργία δὲν κάνουμε ἀναπαράσταση γεγονότος, ποὺ κάποτε συνέβη καὶ τὸ θυμόμαστε, ἀλλὰ δημιουργοῦμε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἐπαναλαμβάνουμε οὐσιαστικὰ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἀρχή. Μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενη θεία Λειτουργία, γιατί καὶ σ᾽ αὐτὴν τὸ ἐπιχειρήσαμε, ἀλλὰ δὲν τὸ πετύχαμε τελειωτικά, δὲν φτάσαμε στὸ ἔσχατο τέλος. Ἡ μνήμη παραμένει, γι᾽ αὐτὸ καὶ λαχταρᾶμε νὰ πᾶμε στὴν ἑπόμενη θεία Λειτουργία. Ἡ μία Κυριακὴ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ ζεῦγος μνήμης καὶ λαχτάρας. Τί γίνεται ἐκεῖ στὴ θεία Λειτουργία; Μαζευόμαστε ὡς μέλη σώματος, ὄχι ὡς ἄτομα, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν κλημάτων, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς τὰ κλήματα ποὺ θὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο (τὸν Χριστὸ) καὶ θὰ μείνουν ζωντανὰ καὶ καρποφοροῦντα. Μαζευόμαστε κουβαλώντας ὅλη τὴ Δημιουργία μαζί μας. Ὄχι μόνο τὴ διάθεσή μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ φύση μας. Τὴ Δημιουργία τὴν προσάγουμε μέσα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ κρασιοῦ. Καὶ ὅλα αὐτά, ἡμῶν συμπεριλαμβανομένων, ἀρχίζουμε νὰ τὰ ἀναγάγουμε στὸν Πατέρα, γιὰ νὰ τὰ κάνει Χριστό, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ἐπαναλάβουμε τὴ λέξη τῆς Θεοτόκου: γένοιτο! Ὅμως, τίποτε δὲν γίνεται ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν μᾶς συγκροτεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς κοινότητα, ὡς λαό, ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Πᾶμε, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ θεραπευτοῦμε, νὰ θεραπεύσουμε τὴ φύση μας (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, ΚΔ´, PG 91, 704A: «Τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καὶ μὴ ἀπολιμπάνεσθαι ποτὲ τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως […] διὰ τὴν ἀοράτως ἀεὶ παροῦσαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριν […] καὶ ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσαν τε καὶ μετασκευάζουσαν, καὶ ἀληθὲς μεταπλάττουσαν ἐπὶ τὸ θειότερον […] κἂν αὐτὸς μὴ αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατὰ Χριστὸν νηπίων ἐστι καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν γενομένων ὁρᾶν ἀδυνατεῖ») Ἔχοντας αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψη μας, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Χριστὸς μιλεῖ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.           Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο προαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σὲ δύο χωρία) ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία, μετὰ ἀπὸ τὴ δική του Ἀνάληψη: στὸ ιδ´16 («Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ἡμῖν, ἵνα μένει μεθ᾽ ἠμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»), παράλληλα μὲ τὸ ιδ´ 26 («Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα»), καὶ στὸ ιε´ 26 («Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ἠμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»). Στὸ δεύτερο ἡ ἀναφορὰ εἶναι πιὸ συγκεκριμένη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί περιγράφεται τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἐπιτελέσει. Μὲ τὴν πρόταση μάλιστα «συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιϛ´ 7), ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ὡς ἑνιαία καὶ διαρκὴς μέριμνα τοῦ Θεοῦ: ὁ Πατὴρ ἀποστέλλει τὸν Υἱὸ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καινουργήσει, ἔργο ποὺ ὁ Υἱὸς τὸ ἐπετέλεσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν Ἀνάσταση, καὶ ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενο Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραμείνει ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ νὰ βοηθήσει στὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴσοδος καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ πεπραγμένα της («ἐλέγξει τὸν κόσμον»), ὄχι γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει ἢ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν φωτίσει, ὥστε νὰ παύσει νὰ ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἁμαρτία, τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν ἀπουσία πίστεως δηλαδή, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς φθορᾶς της. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν πραγματικὴ δικαιοσύνη ὡς κατάσταση, ἢ μᾶλλον ἀποκατάσταση τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, τώρα ποὺ ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Χριστὸς ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, συνέδεσε στὸ πρόσωπό του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ δυναστεία ἑνὸς διαρκοῦς θανάτου. Θὰ ἀποκαλύψει ἐπίσης τὸ τέλος τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνατολὴ νέας πραγματικότητας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ.
.           Συνηθίσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας, τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅρους δικανικούς, γιὰ νὰ μὴν πῶ τιμωρητικούς. Ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βιβλικὸς ὅρος «κρίση» ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαίωσης. Ἡ πραγματικὴ κρίση ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἀληθοῦς – ἡ παρουσία κρίνει. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου κρίνει, δηλαδὴ ξεχωρίζει: εἶσαι μὲ τὴ ζωὴ ἢ εἶσαι μὲ τὸν θάνατο;Ἤδη ἔχει πεῖ ὁ Ἰησοῦς ὅτι μέχρι νὰ ἔρθει ἀνάμεσά μας ὡς Θεάνθρωπος, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν ὅτι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ἰωάν. ιε´ 22). Τώρα εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ στάση τους. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχίζει ἡ εὐθύνη. Ἔχω εὐθύνη γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ αὐτὸ λέγεται κρίση. Ὁ Χριστὸς ὑπογράμμισε: «Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἡ γνώση περὶ Θεοῦ δὲν προσεγγίζεται μὲ νοητικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μέσῳ σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἡ γνώση πηγάζει ἀπὸ σχέση. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ νοητικὲς δυνάμεις καὶ λειτουργίες, ἀκόμη ἀκόμη καὶ οἱ νοοτροπίες, δὲν λειτουργοῦν θετικὰ στὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας (πολλὲς φορὲς ἀρνητικά), ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ὑποβοηθητικὴ ἡ λειτουργία τους· εἶναι ἡ πρώτη τροφή, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ διακρίνει μεταξὺ ἐπὶ μέρους καὶ τέλειας γνώσης «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην», Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὸ Πνεῦμα θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ Χριστό, συνδέοντάς μας μαζί Του. Τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζεις τρώγοντάς τον καὶ πίνοντάς τον, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὴ εἶναι γνώση βιούμενη, ὄχι μεταδιδόμενη. Τὰ ρήματα καὶ τὰ πράγματα ποὺ σοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς ἔχουν μυσταγωγικὸ χαρακτήρα. Τελικὰ τὸν Χριστὸ τὸν «γνωρίζεις» ὄχι μὲ τὴ σπουδὴ (ἔστω τῆς Ἁγίας Γραφῆς), οὔτε μόνον χάρη σὲ εὐσεβεῖς πόθους, οὔτε μιμούμενος τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς (μίμηση Χριστοῦ), οὔτε χάρη στὶς καλὲς διαθέσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ παραδίδεσαι στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ σὲ συνδέει μαζί του, σὲ εἰσάγει στὴν ἀλήθεια του («ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»). Βέβαια, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδεσαι σὲ διαρκῆ ἄσκηση (διὰ βίου), ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ ἡ ὕπαρξή σου γιὰ νὰ δεχτεῖ τὶς ἐνέργειές του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017

Η υπομονή του ιερέα και η παρηγοριά του Αγίου Πμεύματος


counter

Διδακτική ιστορία: 

Γνώρισα έναν υπέργηρο ιερέα με 70 χρόνια στην ιεροσύνη. Χή­ρεψε από πολύ νωρίς, υστέρα από 12 χρόνια γάμου. Από την έγγα­μη του ζωή απέκτησε 7 παιδιά, τα οποία μεγάλωσε με πολύ μεγάλο κόπο, χωρίς να βάλη άνθρωπο στο σπίτι του ούτε συγγενή για να βοηθήσει στη μαρτυρική ανατροφή τους. Ταυτόχρονα έπρεπε να αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα που έχει μια ενορία με την πληθώρα των λειτουργικών και ποιμαντικών καθηκόντων. 
Παράλληλα έπρεπε να αντιμετωπίζει με ηθική αξιοπρέπεια και το οξύ πρόβλημα της προσωπικής του χηρείας, διότι ήταν νέος στην ηλικία άνθρωπος. Έτσι είχε βαθύτατο πόνο στην καρδιά, που τον έβγαζε πολλές φορές όταν λειτουργούσε. Τα χρόνια κυλούσαν… κάποια όμως Κυριακή μηνός Ιουλίου, καθ’ όν χρόνον λειτουργούσε και είχε φθάσει στον Χερουβικό ύμνο, τη στιγμή που έκλινε το κεφαλάκι του και άρχισε να διαβάζει την ευ­χή, που ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον λειτουργό ιερέα: «Ου­δείς άξιος των συνδεδεμένων ταίς σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς…» εντελώς απροσδόκητα άστραψε ο τόπος σαν να έγινε ένας δυνατός σεισμός, του οποίου ή φωτοπλημμύρα εξαφάνισε τα πάντα γύρω του: την κόγχη, τους τοίχους του αγίου Βήματος και όλον τον Ναό.
Κατακλύσθηκε από τόσο υπερκόσμιο φως, που δεν μπορούσε πλέον να το δη και έκλεισε τα μάτια του, πέφτοντας συγχρόνως στα γόνατα μπροστά στην αγία Τράπεζα. Δεν μιλούσε. Βουβάθηκε και δεν μπορούσε να άνοιξη πλέον τα μάτια του από την εκτυφλωτική λαμπρότητα αυτού του φωτός των χιλίων ήλιων…
Ψυχοσωματικά όμως μου δώρισε τόση γαλήνη, τόση ειρήνη και τόση θεία ευφροσύνη, που την απολάμβανε κάθε κύτταρο της υπάρξεως μου…Πολλά συναισθήματα ουράνια και πέρα από κάθε λογική πλημμύρισαν την ψυχή μου, την καρδιά μου, το είναι μου, όλες μου τις αισθήσεις, όλους τους πόρους του σώματος μου, μέχρι και στα κόκαλα μου εισήλθε ή υπέρλογη αυτή ειρήνη και μακαριότητα, που δεν ήθελα άλλο να ζήσω, αλλά να πεθάνω μέσα σε αυτή την ακατάληπτη ευτυχία που ζούσα.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε…και να που όλα πέρασαν, έφυγαν κι εγώ ήμουν ακόμη γονατιστός μπροστά στην αγία Τράπεζα, εκστατικός και τρισευτυχισμένος! Σαν αστραπή πέρασε ένας λο­γισμός και μου είπε: «Ένα λεπτό ακόμη και θα πέθαινες.. Η θεία μακαριότητα της Τριαδικής Βασιλείας του Θεού δεν βαστάζεται α­πό το ανθρώπινο σαρκίον».
και τότε σηκώθηκα κατασυγκινημένος. Άλλωστε έξω ο ιερο­ψάλτης είχε τελειώσει το Χερουβικό. Τελείωσα την ευχή, θυμιάτι­σα και με φόβο, συντριβή και συγκίνηση πολλή έκανα την Μεγάλη Είσοδο. Τα βήματα μου όχι σταθερά, αλλά και ή εκφώνησης «Πάντων η­μών μνησθείη Κύριος ο Θεός…» ήταν σαν την κραυγή του ληστού πά­νω στο σταυρό ».
Τόσο δυνατή, συντετριμμένη και ικετευτική ήταν ή κραυγή του λειτουργού αυτού ιερέως, αλλά και τόση συγχρόνως ή έκφρασης της μεγάλης του ευγνωμοσύνης. Από τότε δόξαζε τον Θεό: και για τη χηρεία του και για τα ορφανά παιδιά του και για την ανθρώπινη μοναξιά και για τις αρρώστιες και για τα βάσανακαι για τις ιερατικές του ταλαιπωρίες και για κάθε θλίψη της ζωής του.
Πηγή: ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. apantaortodoxias.blogspot.gr

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

counter Για το Άγιο Πνεύμα, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς



Για το Άγιο Πνεύμα


Η Εκλησία διδάσκει ότι υπάρχει ένα Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι Θεός εκ Θεού, Γλυκύς εκ Γλυκύτητος, Αθάνατος εξ Αθανασίας, Φως εκ Φωτός, Ζωή από την Ζωή. Εσείς όμως θα θέλατε οι άνθρωποι να ζουν κατά το πνεύμα της εποχής. Αλλά το πνεύμα της εποχής είναι το πνεύμα που αλλάζει, όπως ο περαστικός άνεμος. Με την διαφορά ότι ο συνηθισμένος άνεμος ξεριζώνει και καταστρέφει τις ψυχές. Αν οι άνθρωποι ακολουθούσαν μόνο το πνεύμα της εποχής θα επέστρεφαν από εκεί που ξεκίνησαν, όπως λέει και το ανέκδοτο με τον σιδηρουργό.
Κάποιος σιδηρουργός έστειλε τον γιό του να γυρίσει όλο τον κόσμο ψάχνοντας για μία καλύτερη και ελαφρότερη εργασία από αυτή του σιδηρουργού, έτσι ώστε να μπορεί να συντηρήσει τον γιό του όταν γεράσει και τον ίδιο που ήδη άρχισε να γερνά. Πριν τον αποχωρισμό λέει ο σιδηρουργός στον γιό του: «Να τηρείς ένα βασικό κανόνα που προτείνουν οι ταξιδιώτες: δέσου με τον άνεμο». Υπάκουσε ο γιός τον πατέρα, έφυγε για το ταξίδι του στον κόσμο και πήγαινε ακολουθώντας συνεχώς την κατεύθυνση του ανέμου, ώσπου μια μέρα βρέθηκε έξω από το σιδηρουργείο του πατέρα του. Ξαφνιάστηκε ο πατέρας και ο γιός του λέει: «Μην ξαφνιάζεσαι, η συμβουλή σου μ’ έφερε πίσω! Αφουγκραζόμουν προσεκτικά ποιος άνεμος φυσά και δενόμουν μαζί του όπως μου είπες»! Απογοητευμένος ο σιδηρουργός λέει στον γιό του: «Μείνε εδώ και από εδώ και στο εξής δέσου μαζί μου όπως και εγώ δέθηκα με τους γονείς μου».
Έτσι γίνεται και με τα πνεύματα ή τους ανέμους τω εποχών. Παραδιδόμενοι σ’ αυτούς τους ανέμους αβίαστα οι λαοί της Ευρώπης επιστρέφουν στην ασέβεια, από την οποία ξεκίνησαν πριν γνωρίσουν τον χριστιανικό διαφωτισμό. Όσο γνώριζαν για το Άγιο Πνεύμα του Θεού και το αναζητούσαν και το δέχονταν ως μοναδικό πήγαιναν μπροστά. Αλλά από τότε που άρχισαν φυγόπονα να δένονται με το εκάστοτε πνεύμα της εποχής, γύρισαν προς τα πίσω.
Ο Χριστός είπε: «Όταν δε έλθη ο παράκλητος ον εγώ πέμψω υμιν παρά του πατρός, το Πνεύμα της αληθείας, ο παρά του πατρός εκπορέυεται, εκείνος μαρτυρήσει περί εμού» (Ιωαν. 15,26). Το Πνεύμα του Θεού, δηλαδή το Πνεύμα που παρηγορεί, το Πνεύμα που δίνει γαλήνη. Γιατί αν δεν φέρνει γαλήνη αλλά ανησυχία και πικρία τότε δεν είναι εκ του Θεού.
Το Πνεύμα του Θεού είναι εκείνο το Πνεύμα που στέλνει ο Χριστός. Το Πνεύμα του Θεού δεν μπορεί να το στείλει κάποιος εχθρός του Θεού, κάποιος δαίμονας ή άθεος και σκοτεινός άνθρωπος. Αλλά το Πνεύμα του Θεού μπορεί να μας στείλει ο Φίλος, ο Συγγενής, Αυτός που μας αγαπά. Και αυτός είναι ο Χριστός.
Το Πνεύμα του Θεού είναι το Πνεύμα της Αληθείας, το οποίο εκ του Πατρός εκπορεύεται. Αυτό το Πνεύμα, δηλαδή το Πνεύμα του Πατρός, είναι και Πνεύμα του Υιού, γονικό και ως εκ τούτου στοργικό και χαρούμενο. Από αυτό μπορούμε να αναγνωρίσουμε το Πνεύμα της Αληθείας.
Επίσης το Πνεύμα του Θεού μαρτυρεί για τον Χριστό, μιλά για τον Χριστό αποδεικνύοντας ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου. Κάθε πρόσκαιρο πνεύμα κάποιας εποχής το οποίο ξεσηκώνεται ενάντια στον Χριστό, αντιτίθεται στον Χριστό, δεν είναι εκ του Θεού, δεν είναι από την Αλήθεια και δεν είναι προς ωφέλεια.
Έτσι λοιπόν συνταξιδιώτες μου, κάτω από τον ήλιο και τ’ αστέρια πρέπει να γνωρίζετε ότι υποχρέωση του ανθρώπου δεν είναι να ακολουθεί το πνεύμα της εποχής αλλά η εποχή να ακολουθεί το Πνεύμα του Θεού, το Άγιο, το Αιώνιο, το Αναλοίωτο.
Αληθώς Πνεύμα Θεού εμφανίσθηκε!


Πηγή: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ιεραποστολικές επιστολές Β’ «Δεν φτάνει μόνο η πίστη…», εκδόσεις Εν πλω, σ. 215-217

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ.


counter


 «Ω του θαύματος! "Ω τής θείας μεγαλοπρεπείας και του άπειρου Σου ελέους!

Εκείνη ή περίοδος πού ζούσε στο μοναστήρι,ο μοναχός Ζαχαρίας ήταν περίοδος παρακμής στην πνευματική ζωή των μοναχών. Μερικοί, ίσως οι περισσότεροι, ήταν μοναχοί μόνο εξωτερικά και ζούσαν μια εντελώς κοσμική ζωή. Συναναστρέφονταν με γυναίκες, έτρωγαν κρέας, μάζευαν χρήματα, δεν έδιναν ποτέ ελεημοσύνες, προσευχόντουσαν μόνο και μόνο για επίδειξη και, τότε, με το στόμα τους καθόλου δεν είχαν ενθουσιασμό ή ζήλο για να αποκτήσουν πραγματικές μοναχικές αρετές. Έργαζόντουσαν πολύ λίγο, σχεδόν καθόλου, και ήσαν παράσιτοι. Όσον άφορα δεν τον στόχο των ασκητικών παλαισμάτων και τής ενθουσιασμό γένει χριστιανικής ζωής, και την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές τους, όλα αυτά τα είχαν λησμονήσει τελείως.
Στον δεν Ζαχαρία, έτσι μιλούσαν: «Εσύ, Ζαχαρία, εάν ήσουν φυσιολογικός σαν τούς άλλους, θα είχες προ πολλού γίνει μοναχός, μα κάνεις πώς είσαι πιο άγιος από μας, προσεύχεσαι συνέχεια, δεν βγαίνεις έξω πουθενά, φιλοξενείς ανθρώπους στο κελί σου, τούς ταΐζεις και τούς δίνεις συμβουλές... μα, και σαν δεν φτάνουν αυτά, κοίταξε να δεις τί άνθρωπος έγινες!...».
Μολαταύτα, ό Ζαχαρίας θυμόταν τα λόγια του Στάρετς του, του πατρός Βαρνάβα: «Και διάκος θα γίνεις και ιερομόναχος και εξομολόγος για όλους τούς αδελφούς τού μοναστηριού...». Ή καρδιά του έκλινε πάντοτε προς τον Κύριο και σ' Αυτόν είχε όλες τις ελπίδες. «Μη πεποίθατε έπ' άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οίς ουκ έστι σωτηρία». Επικατάρατος είναι αυτός πού έχει την ελπίδα του στον άνθρωπο και μακάριος αυτός πού ελπίζει στον Κύριο. Ευλογημένος ό άνθρωπος πού έχει καταφρονήσει κάθε κοσμική και γήινη ελπίδα και έχει θέσει όλην την ελπίδα του στον Κύριο. Μια καρδιά έτσι τονισμένη μπορεί να εγείρει διάπυρες ευχές στον Κύριο και στην Πανάχραντη Μητέρα του.
Μια φορά, ό νεαρός ασκητής μας στεκόταν στην εκκλησία, όπου έφυλάσσετο ή θαυματουργή εικόνα του άγιου Νικολάου, αυτή ή ίδια εικόνα πού είχε πάθει ζημιά απόκτηση μια σφαίρα το 1608. Το μόνο πού ξέρω είναι, πώς κατά την χρονολογία αυτή το μοναστήρι είχε υποστεί μια επίθεση απόκτηση πυροβολικά. Μια σφαίρα διαπέρασε την σιδερένια πόρτα και κτύπησε το μάγουλο του άγιου Νικολάου. Ένα κομματάκι βλήμα ξαναπηδώντας, κτύπησε το φωτοστέφανο του Ταξιάρχου Μιχαήλ. Έπειτα, όταν έψαχναν για την σφαίρα, δεν μπόρεσαν να βρουν τίποτα. Κανείς δεν ξέρει πού πήγε.

Πάντως, ό Ζαχαρίας στεκόταν σ' αυτήν την εκκλησία, μπροστά στην εικόνα του Σωτήρος, προσευχόμενος θερμά και με δάκρυα ό Θεός να τον αξίωση να γίνεις μοναχός τελικά. Την 'ίδια στιγμή, μπήκαν δύο προσκυνηταί μέσα στην εκκλησία. Ένας γέρος, πολύ γέρος, και ό άλλος νέος, πιθανώς τριάντα χρονών. Μόλις είχε τελειώσει ή λειτουργία. Ό νέος, βλέποντας τον Ζαχαρία, σταμάτησε και είπε: «Γιατί στενοχωριέσαι για την μοναχική κουρά σου; Μήπως δεν υπάρχουν άνθρωποι ανώτεροι απόκτηση μοναχούς στον κόσμο; Μη στενοχωρείσαι. Πάντως, έχεις κάθε ελπίδα να γίνεις μοναχός».
Ό Ζαχαρίας προσκάλεσε τούς προσκυνητάς στο κελί του για να πιούν τσάι. Δέχθηκαν και ήλθαν. Ό Ζαχαρίας τούς προσέφερε διάφορα κεράσματα, γλυκά, αλλά δεν πήραν σχεδόν τίποτα. Ό Ζαχαρίας παρεκάλεσε τούς προσκυνητάς να μείνουν στο μοναστήρι μέχρις ότου γίνει ή κουρά του. «Καθίστε, παρακαλώ, ακόμη λίγο και τότε θα μάθετε ποιό όνομα θα πάρω σαν μοναχός».
Ό νεώτερος προσκυνητής είπε: «Το όνομά σου είναι ήδη γραμμένο προ πολλού και βρίσκεται μέσα σ' ένα βιβλίο». Και πράγματι, ό Ζαχαρίας, πού σκεπτόταν συνέχεια για την κουρά του, είχε γράψει πριν απόκτηση καιρό το όνομα «Ζωσιμάς», πού ήθελε να πάρει σαν μοναχός, σ' ένα χαρτί και το είχε βάλει μέσα στο Ευαγγέλιο του, ελπίζοντας έτσι κρυφά-κρυφά ότι ό Θεός θα άκουγε την παράκληση του και θα την εκπλήρωνε. Ό νεώτερος προσκυνητής, πού για πρώτη φορά έμπαινε στο κελί του Ζαχαρία και πού βέβαια δεν είχε αγγίξει τίποτα απόκτηση τα πράγματά του, ήξευρε κιόλας όλα τα μυστικά του.
Όταν έφυγαν οι προσκυνηταί, ό Ζαχαρίας είχε ένα κάπως παράξενο συναίσθημα. «Δεν καταλαβαίνω καλά- καλά τί μου συνέβηκε», στοχάσθηκε, ανακαλώντας στην μνήμη του πώς, ενώ καθόταν μαζί με τούς δύο προσκυνητές, σαν να καιγόταν μέσα του απόκτηση μια φωτιά. «Είναι αδύνατο να εκφράσω αυτός πού δοκίμασα», σκεφτόταν, «μονάχα αυτός στον όποιον κατεβαίνει το Αγιον Πνεύμα επάνω του, μπορεί να νοιώθει ένα τέτοιο συναίσθημα». «Μα, είναι δυνατόν, να ήταν ή Αγία Τριάς και να με επισκέφτηκε;» διερωτόταν. «Ό Πατήρ, ό Υιός και το Αγιον Πνεύμα! Ποτέ δεν αισθάνθηκα κάτι παρόμοιο στην καρδιά μου, ποτέ τέτοια φωτιά μέσα μου, τέτοια δύναμη όπως τις στιγμές αυτές, όταν ό Πατήρ και ό Υιός ήταν μαζί μου και ή καρδιά μου ένοιωσε το Αγιον Πνεύμα. Αλλά..., τί λέω, μήπως δεν είναι αλήθεια, μήπως είναι όλα τής φαντασίας μου; Πώς τολμάω έτσι να σκέπτομαι; Μήπως, τέλος πάντων, αυτοί ήταν κοινοί άνθρωποι, προσκυνηταί και μού φάνηκε μόνο πώς επρόκειτο για κάτι άλλο;...»
Έτσι σκεφτόταν ό πράος και σεμνός νεαρός και έδέχετο αυτήν την «επίσκεψη», αυτήν την οπτασία, με πάρα πολλή προσοχή, επειδή μάλιστα γνώριζε ότι ό εχθρός συχνά πειράζει τούς ανθρώπους μ' αυτόν τον τρόπο. Μπορεί κανείς να πέσει σε πλάνη με την παραμικρή κίνηση τής φαντασίας ή και κενοδοξίας, και να δεχθή μια οπτασία απόκτηση τον εχθρός σαν αληθινή και θεϊκή, και έτσι να πέσει στα δίχτυα των δαιμόνων και στην έπαρση.
«Μα, εάν μόνον θα έρχόντουσαν πάλι σε μένα», σκεφτόταν, «θα μπορούσα να διαπιστώσω πραγματικά ανθρώπους είναι άγγελοι ή άνθρωποι. Θα ζητήσω απόκτηση τον Κύριο να μού αποκαλύψει ποιοί είναι. Εάν είναι άγγελοι, τότε ας διαβάσει, όταν θάρθουν πάλι εδώ, ό νεώτερος προσκυνητής κάτι απόκτηση τον Απόστολο, το Ευαγγέλιο και το Ψαλτήρι, έτσι αυθόρμητα, χωρίς καμιά παράκληση εκκλησία μέρους μου, ή ας με παρακαλέσει να διαβάσω εγώ, και τότε θα μού είναι αυτός σημείο ότι δεν είναι κοινοί προσκυνηταί, αλλά' άγγελοι Θεού απεσταλμένοι, για να καταλάβωμε εμείς οι αμαρτωλοί και να μετανοήσωμε.
Οι προσκυνηταί είχαν έλθει στον Ζαχαρία για πρώτη φορά στις 27 Φεβρουαρίου. Ό Ζαχαρίας θυμήθηκε επίσης ότι το πρόσωπο τού νεωτέρου προσκυνητού είχε υποστεί μια εκπληκτική μεταμόρφωση. Στην εκκλησία ήταν πολύ όμορφο το πρόσωπο του, καθόλου πεσμένο, κι επί πλέον λιγάκι παχουλό. Όταν όμως μπήκε στο κελί του, έγινε λεπτό, ισχνό, ζαρωμένο.
Έφτασε το δεύτερο ήμισυ τού Μαρτίου, και τότε είδε ό Ζαχαρίας πάλι τούς ίδιους δύο προσκυνητές. Παρακολούθησαν την θεία Λειτουργία και, όταν τελείωσε, πήγαν να δουν τον διάκο, πού εκείνη την ώρα μόλις τον είχαν επισκεφθεί κάτι μουσαφίρηδες και βρισκόταν μαζί τους, κι έτσι δεν τού ήλθε βολικά να τούς δεχθή. Ό διάκος ήξευρε ότι ό Ζαχαρίας αγαπούσε τούς πτωχούς, τούς ζητιάνους, τούς θλιβομένους, τούς προσκυνητές και σκέφθηκε να τούς στείλη σ' αυτόν. «Πηγαίνετε στον πατέρα Ζαχαρία, και αυτός θα σάς φιλέψη τσάι».
Μόλις μπήκαν μέσα στο κελί τού Ζαχαρία, ό νεώτερος έβγαλε ένα μικρό βιβλίο μέσα απόκτηση τα ρούχα του, το άνοιξε και διέταξε τον Ζαχαρία να διαβάσει... απόκτηση την προς Ρωμαίους επιστολή, το πρώτο κεφάλαιο, απόκτηση την αρχή μέχρι τον στίχο 25, πού καταλήγει «ός έστιν ευλογητός εις τούς αιώνας. Αμήν».
Μετά την ανάγνωση απόκτηση τον Απόστολο, ό προσκυνητής είπε στον Ζαχαρία να διαβάσει απόκτηση το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, την περικοπή τού δεκάτου τετάρτου κεφαλαίου ολόκληρη. Ό Ζαχαρίας διάβασε ολόκληρο το κεφάλαιο αυτό, τελειώνοντας με το «εγείρεσθε, άγωμεν εντεύθεν». Και ενώ διάβαζε αυτός, απόκτηση τα μάτια του νεωτέρου προσκυνητού έτρεχαν τα δάκρυα σαν ποτάμια.
Μετά το Ευαγγέλιο ό προσκυνητής ρώτησε: «Τί είναι αυτός το μεγάλο βιβλίο, πού έχεις εκεί πέρα;» -«Είναι το Ψαλτήρι». -«Λοιπόν, διάβασε τον ενενηκοστό ψαλμό» . Ό Ζαχαρίας διάβασε τούτον τον θαυμάσιο ψαλμό και μετά μερικούς άλλους ψαλμούς.
-«Αχ! εάν έστω κι ένας καταλάβαινε πραγματικά τα νοήματα τού Ψαλτηρίου!...».
-«Τότε διάβαζε και την ερμηνεία του Ψαλτηρίου».
Ό Ζαχαρίας παρακολουθούσε όλα όσα του συνέβαιναν με συγκίνηση και ένοιωσε με όλη του την ψυχή, ότι οι προσευχές του είχαν εισακουσθεί, ότι ό ίδιος ό Κύριος διαβεβαίωνε ότι αυτοί οι προσκυνηταί ήταν άγγελοι απόκτηση τον Θεό, ότι δεν ήταν ένα δημιούργημα της φαντασίας, ούτε μια πλάνη, αλλά μια οπτασία. Ήταν ένα θαύμα του Θεού. Ενώ διάβαζε το Ψαλτήρι, ό Ζαχαρίας προσευχόταν στην Μητέρα του Θεού, «Προστασία σθεναρά, Μήτερ τού Θεού τού Υψίστου ». Με όλη του την καρδιά ό Ζαχαρίας προσέφερε αυτή την θαυμάσια προσευχή στην Παναγία, προσευχόμενος νοερά μέσα του.
Αυτή ή εσωτερική εργασία δεν έμεινε κρυφή απόκτηση τον προσκυνητή. «Έδώ, προσευχή προσφέρεται στην Μητέρα του Θεού... ενθουσιασμό θλίψει ήμεν και εκάλεσεν ημάς... εισήκουσας ημάς και συνεχώρησας ημίν».
Ό προσκυνητής είπε: «Αδελφέ, μνήσθητί μου στις προσευχές σου σε δύο χρόνια και προσκύνησε τρεις φορές..., μνήσθητί μου σε δέκα χρόνια και προσκύνησε ξανά τρεις φορές... και πάλι σε είκοσι χρόνια και προσκύνησε τρεις φορές...».
-«Δεν θα ζήσω άλλα είκοσι χρόνια», απάντησε ό Ζαχαρίας, «είμαι άρρωστος».
Ό προσκυνητής δεν έδωσε σημασία στα λόγια αυτά του Ζαχαρία και άρχισε να λέη: -«Επίσκοπος, Δεσπότης, ναι... ακόμα δεν καταλαβαίνεις, αλλά αργότερα... Να τί θα γίνεις σε δύο χρόνια, αδελφέ,... πόλεις, επαρχίες, Πετρούπολη, και τότε σύντομα θα επιστρέψεις. Τρεις σταυρούς θάχης, τρεις σταυρούς».
Και πράγματι, μετά απόκτηση λίγο ό Ζαχαρίας έγινε μοναχός με το όνομα Ζωσιμάς.
Μετά απόκτηση δύο χρόνια, ό πατήρ Ζωσιμάς έστάλη στην Πετρούπολη, στον Μητροπολίτη Ίωαννίκιο, ό όποιος τον προσέλαβε για να τον υπηρετεί. Εδώ, στην εκκλησία, είδε την εικόνα της Αγίας Τριάδος, εικόνα τεραστίων διαστάσεων. Το πνεύμα του ένοιωσε πάλι την Χάριν, ή οποία τον είχε φωτίσει κατά την επίσκεψη των προσκυνητών. Πολύ συγκινημένος, έκαμε τρεις μετάνοιες βαθιές και προσκύνησε, γονατίζοντας, την εικόνα της Αγίας Τριάδος.
Πράγματι, ό πατήρ Ζωσιμάς έμεινε πολύ λίγο καιρό στην Πετρούπολη -τον έστειλε πίσω ό Μητροπολίτης, επειδή ό πατήρ Ζωσιμάς δεν ήξευρε γράμματα. Έτσι έκπληρώθηκαν τα λόγια του προσκυνητού «Σε δύο χρόνια, προσκύνησε τρεις φορές... δεν δύο χρόνια, πόλεις, επαρχίες, Πετρούπολη και τότε θα επιστρέψεις...».
Δέκα χρόνια αργότερα ό πατήρ Ζωσιμάς χειροτονήθηκε διάκος και πάλιν εστάλη στην Πετρούπολη, όπου είδε ξανά την ίδια εικόνα τής Αγίας Τριάδος και την προσκύνησε τρεις φορές. Και είκοσι χρόνια αργότερα, στην εκκλησία τής Αγίας Τριάδος στο μοναστήρι του οσίου Δανιήλ στην Μόσχα, ό πατήρ Ζωσιμάς χειροθετήθηκε αρχιμανδρίτης. Ό επίσκοπος Σεραφείμ Τσιτσαγκώφ έκανε την χειροθεσία του. Έτσι όλες οι προφητείες του προσκυνητού εκπληρώθηκαν. Ό πατήρ Ζωσιμάς πράγματι έλαβε τούς τρεις σταυρούς, για τούς όποιους είχε πει ό προσκυνητής, τον σταυρό του τσάρου, τον σταυρό τής Ιεράς Συνόδου και τον τρίτο, τον σταυρό του αρχιμανδρίτης.
Μετά τις αναγνώσεις απόκτηση τον Απόστολο, το Ευαγγέλιο και το Ψαλτήρι, και έχοντας προφητεύσει στον Ζαχαρία όλα τα άλλα σημαντικά γεγονότα τής ζωής του, οι προσκυνηταί ετοιμάσθηκαν να φύγουν. Ό νεώτερος πήρε μια εικόνα (πού είχε δώσει στον Ζαχαρία σαν ευλογία ό στάρετς Βαρνάβας) και ευλόγησε μ' αυτή τον Ζαχαρία. Μετά αποκτήσουν' αυτός εξαφανίστηκαν.
Την τρίτη φορά ό νεώτερος προσκυνητής φανερώθηκε μόνος του στον πατέρα Ζαχαρία. Εκείνη την ώρα ό πατήρ Ζωσιμάς ήταν στο κελί του μαζί μ' ένα άλλο μοναχό. Ό προσκυνητής μπήκε μέσα διαπερνώντας την κλειστή πόρτα, τούς ευλόγησε και τούς ασπάστηκε. Ό πατήρ Ζαχαρίας τον παρεκάλεσε να φάει μαζί τους, αλλά σαν τον κοίταξε, τρόμαξε, - ό προσκυνητής είχε γίνει διαφανής σαν το λαμπρό φώς του ήλιου και ακτινοβολούσε με ένα ανέκφραστο κάλλος, πού δεν δύναται να περιγραφή με λόγια.
Ό πατήρ Ζαχαρίας και ό φίλος του, ό άλλος μοναχός, είδαν ότι στεκόταν πάνω σε νεφέλες. Άρχισαν να τρέμουν και έπεσαν πρηνείς στα γόνατά τους, κι εκείνος τότε έγινε άφαντος. «Ω του θαύματος! "Ω τής θείας μεγαλοπρεπείας και του άπειρου Σου ελέους! Ναι, θαυμασταί αι οδοί Σου, Κύριε!».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΑΡΕΤΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ. ΟΡΜΥΛΙΑ

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Το έργο του Αγίου Πνεύματος στη διατύπωση των δογμάτων


counter

– Μητροπ. Περγάμου και καθηγητού του Α.Π.Θ. Ιωάννου Ζηζιούλα.


list of 6 items
• Παρούσα και μέλλουσα διάσταση
• Οι κατανοήσεις της ενεργείας του Αγ. Πνεύματος
• Ποιος μπορεί να θεολογεί;
• Εκκλησιολογική ενέργεια του Αγ. Πνεύματος
• Οι χαρισματούχοι της Εκκλησίας
• Αγάπη και ποικιλία «εν τη Εκκλησία»
list end
Η Θεοφάνεια ως Χριστοφάνεια, που αποτελεί τη βάση του δόγματος, εμπεριέχει δύο βασικά προβλήματα. Το ένα είναι ότι πρέπει να καλυφθεί ο χρόνος που χωρίζει τον ιστορικό Ιησού και την εποχή του (Αποστολική εποχή) από τις επόμενες γενεές – εποχές, στις οποίες διατυπώνεται το δόγμα:
Με ποιον τρόπο είναι δυνατή η γεφύρωση του χρονικού αυτού χάσματος;
Το δεύτερο είναι ότι μέσα στην ίδια την ιστορική θεοφάνεια εν Χριστώ, υπάρχει η διάσταση του «ήδη και όχι ακόμα»: στον ιστορικό Χριστό και την εμπειρία των πρώτων αποστόλων έχομε την αποκάλυψη του Θεού «εν εσόπτρω και εν αινίγματι» και όχι «πρόσωπον προς πρόσωπον». Η πλήρης «πρόσωπον προς πρόσωπον» αποκάλυψις είναι εσχατολογική πραγματικότητα. Ο Χριστός φέρει μια προεικόνιση και πρόγευση της Βασιλείας, της πλήρους δηλαδή και αμέσου προσωπικής γνώσεως του Θεού.
Μέχρις ότου έλθει η «εσχάτη ημέρα», κανείς προφήτης ή άγιος δεν έχει πλήρη γνώση του Θεού σε μια σταθερή και αμετάβλητη μορφή. Πώς είναι δυνατόν η πρόγευση αυτή του παραδείσου, της πλήρους γνώσεως του Θεού να πραγματοποιηθεί από τώρα με πλήρη βεβαιότητα ότι το κηρυττόμενο δόγμα εκφράζει αυτή την προεικόνιση και προσφέρει αυτή την πρόγευση με πιστότητα και ακρίβεια;
Με άλλα λόγια το δόγμα ως πιστή εικόνα του Χριστού, που αποκαλύπτει τον Θεό, πρέπει να είναι πιστή ως προς δύο διαστάσεις:
Α. Πιστή εικόνα του ιστορικού Χριστού (= παρελθόν), και
Β. Πιστή εικόνα του μέλλοντος, εσχατολογικού Χριστού και της Βασιλείας Του. (Πρβλ. Βυζαντινή εικόνα: Δεν αρκείται στην ιστορική αναπαράσταση, αλλά εικονίζει τη μελλοντική κατάσταση. Π.χ. εικόνα Πεντηκοστής). Το έργο αυτό της γεφυρώσεως του παρόντος (= δόγμα) με το παρελθόν (ιστορική Χριστοφάνεια) και το μέλλον (= Δευτέρα Παρουσία) είναι το κατ’ εξοχήν έργο του Αγίου Πνεύματος στη θεία Οικονομία.
«Έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πράξεις 15/ιε΄ κεφ.), είναι η απόφαση της Αποστολικής Συνόδου. Αποτελεί πάγια πεποίθηση της Εκκλησίας ότι τα δόγματα είναι κατ’ έμπνευσιν του Αγ. Πνεύματος, όπως και η Γραφή («πάσα γραφή θεόπνευστος…» Β΄ Τιμ. 3/γ΄ 16). Αλλά αυτό χρειάζεται πολλή προσοχή, γιατί μπορεί να νοηθεί κατά διαφόρους τρόπους. Έτσι:
list of 3 items
1. Η παρουσία του Αγ. Πνεύματος και η ενέργειά Του είναι δυνατόν να νοηθεί ως ένα είδος μαγικής και μηχανικής επεμβάσεως του Θεού. Αυτό θυμίζει την «θεοπνευστία» των αρχαίων Ελλήνων (Μαντεία, χρησμοί κλπ). Δηλαδή η προσωπική ελευθερία αφαιρείται: οι συγγραφείς της Βίβλου και οι Πατέρες των Συνόδων ήταν άβουλα όργανα του Πνεύματος. Αυτό είναι μια αντίληψη που επικράτησε στη Δύση (από όπου προήλθε) με τη μορφή του λεγομένου Fundamentalismus.
2. Η παρουσία και ενέργεια του Πνεύματος είναι δυνατόν να νοηθεί ως αποτέλεσμα ηθικών μεταβολών στον άνθρωπο. Όταν λέμε: «Ηθικές μεταβολές» εννοούμε ευρύτερα κάθε βελτίωση του ανθρώπου οφειλόμενη στη δική του προσπάθεια (π.χ. κάθαρση από τα πάθη, αρετές κλπ).
3. Η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος είναι δυνατόν να νοηθεί ως αποτέλεσμα ενός γεγονότος κοινωνίας, τόσο με κατακόρυφες όσο και με οριζόντιες διαστάσεις, δηλαδή ως αποτέλεσμα της κοινωνίας της εκκλησιαστικής κοινότητας.
list end
Από τις δυνατότητες αυτές, η πρώτη πρέπει να αποκλεισθεί εντελώς: Το Άγιο Πνεύμα είναι Πνεύμα ελευθερίας» και δεν βιάζει τον άνθρωπο. Εξ άλλου το γεγονός του Χριστού, η ίδια η φύση της Χριστοφάνειας είναι τέτοια, ώστε να σέβεται πλήρως την ελευθερία του ανθρώπου.
Η δεύτερη δυνατότητα έχει περισσότερη αξία και βαρύτητα και ταιριάζει στις προϋποθέσεις της ασκητικής εμπειρίας, που όπως είδαμε πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπ’ όψιν: Χωρίς κάθαρση από τα πάθη δεν είναι δυνατόν να δει κανείς το Θεό (π.χ. όποιος μισεί τον αδελφό του δεν μπορεί να δει τον Θεό. Πρβλ. Α΄ Ιωάννου).
Με το ίδιο πνεύμα ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος αποκρούει τους Ευνομιανούς, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει μια εντελώς διανοητική θεολογία που επέτρεπε στον καθένα να «θεολογεί», ακόμη «και μετά τους ιππικούς και τα άσματα και την γαστέρα… οις και τούτο (η θεολογία) μέρος τρυφής…», τονίζοντας ότι «ου παντός… το περί Θεού φιλοσοφείν, ου παντός», αλλά «των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων ή καθαιρομένων το μετριώτατον». Αν όμως η άσκηση ληφθεί ως μεμονωμένη και αυτάρκης προϋπόθεση, τότε πάσχει από δύο σοβαρά ελαττώματα: Του ατομικισμού και του ηθικισμού. Δηλαδή κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι ο Θεός αποκαλύπτεται σε άτομα μεμονωμένα και υπό προϋποθέσεις ανθρώπινων επιτευγμάτων.
Γι’ αυτό η δεύτερη αυτή δυνατότητα πρέπει οπωσδήποτε να συνδυασθεί με την τρίτη που είναι η εκκλησιολογική μορφή ενεργείας του Αγ. Πνεύματος.
Για να κατανοηθεί αυτό θα πρέπει πριν από όλα να απαλλαγούμε από μια εσφαλμένη αντίληψη που έχουμε, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα ενεργεί επί μεμονωμένων ατόμων. Η αντίληψη αυτή είναι τόσο διαδεδομένη ώστε να ξενίζει ίσως το ότι την αποκαλούμε εδώ «εσφαλμένη». Όσοι την υποστηρίζουν παραγνωρίζουν μια θεμελιώδη διάκριση μεταξύ της ενεργείας του Αγ. Πνεύματος στην Παλαιά Διαθήκη και εκείνης στην Καινή Διαθήκη. Στην Π.Δ. το Πνεύμα δίδεται σε ορισμένα άτομα (προφήτες, βασιλείς κλπ) και όχι στο σύνολο του λαού του Ισραήλ. Στη Μεσσιανική όμως εποχή που εισάγεται στην Κ.Δ. με την έλευση του Μεσσία, το Πνεύμα αναμενόταν να δοθεί σε όλο το λαό του Θεού. Γι’ αυτό στην εξιστόρηση της Πεντηκοστής, ο Λουκάς χρησιμοποιεί τη φράση του προφήτη Ιωήλ: «εν ταις εσχάταις ημέραις εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα… λέγει Κύριος Παντοκράτωρ»
Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι στην Κ.Δ. όλοι οι βαπτισμένοι Χριστιανοί εθεωρούντο ως έχοντες το Άγιο Πνεύμα και ως διαθέτοντες διάφορα χαρίσματα. Αν μελετήσουμε προσεκτικά το κεφ. 12/ιβ΄ της Α΄ Κορινθίους θα δούμε ότι για τον Απ. Παύλο το να είσαι μέλος της Εκκλησίας, ισοδυναμεί με το να έχεις κάποιο χάρισμα του Πνεύματος. Επειδή οι Κορίνθιοι είχαν την αντίληψη ότι μερικοί είναι πιο χαρισματούχοι από τους άλλους, ο Παύλος αποκρούει έντονα την αντίληψη αυτή και τονίζει ότι όλοι έχουν κάποιο χάρισμα, ακόμα και αυτοί που ασκούν απλό έργο διακυβερνήσεως κλπ. Εκεί κτυπάει ο Παύλος αλύπητα κάθε μορφή πνευματικού «ελιτισμού» και τονίζει ότι ακόμα και αν έχει κανείς γνώση ή πίστη ώστε «όρη μεθιστάνειν» μπορεί να μη είναι τίποτε αν δεν έχει «αγάπην».
Τι σημαίνει «αγάπην» εδώ; Αν δούμε το κείμενο στο σύνολό του (κεφ. 11 – 14) και όχι σε μεμονωμένα χωρία, θα δούμε ότι «αγάπη» εκεί για τον Παύλο σημαίνει την κοινωνία που δημιουργεί η κοινότητα της Εκκλησίας. Δεν πρόκειται για κάποιο συναίσθημα του ατόμου (καλή πρόθεση κλπ), αλλά για την αλληλοεξάρτηση των μελών της εκκλησίας σε ένα σώμα. «Αγάπη» θα πει να μη λες ότι εγώ είμαι η κεφαλή και δεν χρειάζομαι τα πόδια κλπ – αυτό τονίζει εκεί ο Παύλος. Δηλαδή την αλληλοεξάρτηση των χαρισμάτων.
Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ο Παύλος καταλήγει στην επιστολή να ονομάσει το Άγιο Πνεύμα «κοινωνία». Στη Β΄ Κορινθίους 13/ιγ΄ 13 μάλιστα, φαίνεται ότι πρόκειται για μια έκφραση που υπάρχει προ του Παύλου στη λειτουργική χρήση των πρώτων Εκκλησιών και που παραμένει έκτοτε βασικό στοιχείο της Θείας Ευχαριστίας. Το Πνεύμα όπου πνέει δημιουργεί κοινωνία, και καταστρέφει τον ατομισμό. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε καλά. Την αντίληψη αυτή περί Αγ. Πνεύματος είχαν και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Θα μπορούσε κανείς να προσκομίσει πολλά χωρία από τους Πατέρες των πρώτων αιώνων, όπως ο άγιος Ειρηναίος κ.ά. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τον άγιο Γρηγόριο Ναζιανζηνό, ο οποίος τονίζει ιδιαίτερα την προσωπική «θεωρία», και γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος, με τον οποίο αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα. Στο 12ο Λόγο του, συγκρίνει τον πόθο της θεωρίας με το Πνεύμα ως εξής: από το ένα μέρος υπάρχει ο πόθος της θεωρίας, δηλαδή η τάση προς την ησυχίαν, την κάθαρση του νοός και τη θεωρία. Αυτό όμως δεν είναι εκεί που οδηγεί το Πνεύμα. Το Πνεύμα φέρει «εις μέσον (= σύναξη εκκλησίας) άγειν και καρποφορείν τω κοινώ (= εκκλησιαστική κοινότης) βούλεται και τούτο ωφελείσθαι, το ωφελείν αλλήλοις και δημοσιεύειν την έλλαμψιν». Γι’ αυτό η
εκκλησία «κατηρτισμένη» (= εν συνάξει) είναι για τον άγιο Γρηγόριο τόσο ανώτερη από την εμπειρία της θεωρίας όσο ο ουρανός από ένα άστρο, ή ο κήπος από ένα φυτό, ή το σώμα από ένα μέλος. Αυτό για τους Πατέρες είναι το κύριο έργο του Πνεύματος, να οδηγεί στην Εκκλησία και όχι σε μεμονωμένες απλώς προσωπικές εμπειρίες.
Συνεπώς όλα τα χαρίσματα της Εκκλησίας είναι απαραίτητα για την Αποκάλυψη του Θεού – όχι μόνο μερικά και μεμονωμένα. Και τούτο γιατί κανένα χάρισμα δεν είναι νοητό χωρίς αλληλοεξάρτηση από τα άλλα. Η Εκκλησία έχει ποικιλία χαρισμάτων – δεν έχουν όλοι «γνώση», όλοι ιαματικές ικανότητες, όλοι γλωσσολαλία, όλοι διοικητικές ικανότητες κλπ. Δεν είναι όλοι «θεόπτες» με τον ίδιο τρόπο. Κανείς πάντως δεν μπορεί να δει το Θεό μόνος του και ανεξάρτητα από τα άλλα χαρίσματα. Το Πνεύμα ενεργεί ως κοινωνία και αυτό σημαίνει: στο σώμα της Εκκλησίας.
Έτσι φτάνουμε στο συμπέρασμα και ως προς τα δόγματα, ότι η αποκάλυψη της αληθείας προϋποθέτει πάντοτε την κοινωνία και κοινότητα της Εκκλησίας για να είναι ένα δόγμα αλήθεια. Τι σημαίνει αυτό συγκεκριμένα;
Η/Υ ΠΗΓΗ
oodegr.com
Από το βιβλίο: Χριστιανική Δογματική
Μαθήματα Χριστιανικής Δογματικής
Σημειώσεις από τις παραδόσεις τού καθηγητού Ι. Δ. Ζηζιούλα (σημερινού Μητροπολίτου Περγάμου) στο Τμήμα Ποιμαντικής τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κατά το ακαδημαϊκό έτος 1984 – 85. Δημοσιεύονται με την άδεια και την ευλογία του σεβασμιωτάτου.
Εκδόθηκε με την ευθύνη και τη φροντίδα τών φοιτητών για χρήση κατά τις εξετάσεις.
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Έκδοση: Υπηρεσία Δημοσιευμάτων