Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Άγιο Πνεύμα: Πρόσωπο ή δύναμη;


counter

Εδάφια που δείχνουν ότι είναι Πρόσωπο


Κάποιες ακραίες Προτεσταντικές αιρέσεις όπως η οργάνωση τής Σκοπιάς, διαστρέφει συστηματικά όλα σχεδόν τα Χριστιανικά δόγματα. Έτσι, είμαστε υποχρεωμένοι να εκθέτουμε αποδείξεις ακόμα και για τις σαφείς Χριστιανικές διδασκαλίες, όπως τα περί τού Αγίου Πνεύματος. Στη συγκεκριμένη μελέτη, θα δείξουμε από την Αγία Γραφή ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Πρόσωπο, και όχι "η ενεργός δύναμη τού Θεού" όπως κακόδοξα ισχυρίζεται η Σκοπιά, και άλλες παρόμοιες αιρέσεις.
Αν και μόνο η δήλωση τής Εκκλησίας για κάποιο δόγμα αρκεί για την αποδοχή του, υπάρχουν σαφή εδάφια που αποδεικνύουν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι η δύναμη τού Θεού, μερικά από τα οποία θα παραθέσουμε εδώ δειγματοληπτικά. Θα αρχίσουμε με το Β΄ Κορινθίους 6/ς΄ 4-7. Εκεί λέει:
"...αλλ' εν παντί συνιστώντες εαυτούς ως Θεού διάκονοι εν υπομονή πολλή εν θλίψεσιν εν ανάγκαις εν στενοχωρίαις εν πληγαίς εν φυλακαίς εν ακαταστασίαις εν κόποις εν αγρυπνίαις εν νηστείαις εν αγνότητι εν γνώσει εν μακροθυμία εν χρηστότητι εν Πνεύματι Αγίω εν αγάπη ανυποκρίτω εν λόγω αληθείας εν δυνάμει Θεού δια των όπλων της δικαιοσύνης των δεξιών και αριστερών".
Στο χωρίο αυτό παρατηρούμε ότι ο απόστολος Παύλος, σε ένα σύνολο από πολλά διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, αναφέρει ξεχωριστά το "Άγιο Πνεύμα", από τη "δύναμη τού Θεού". Αν το Άγιο Πνεύμα ήταν η δύναμη τού Θεού, δεν θα τα ανέφερε και τα δύο, γιατί θα ήταν πλεονασμός.
Ας δούμε μερικά ακόμα παρόμοια χωρία, όπου φαίνεται ότι άλλο είναι το Άγιο Πνεύμα, και άλλη η δύναμη τού Θεού:
Ρωμαίους 15/ιε΄ 19: "εν δυνάμει σημείων και τεράτων εν δυνάμει Πνεύματος Θεού"
Εδώ φαίνεται ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι δύναμη τού Θεού, αλλά ΕΧΕΙ τη δύναμη τού Θεού, δηλαδή είναι ο φορέας της. Πρόκειται για τη δύναμη ΤΟΥ Πνεύματος, και όχι για το Πνεύμα - Δύναμη.
Αντίθετα με τα παραπάνω, υπάρχουν στην Αγία Γραφή εδάφια που δείχνουν ότι ο Θεός είναι "δύναμη", και ειδικά ο Χριστός είναι η "δύναμη τού Θεού". Παρ' όλα αυτά, κανείς αιρετικός δεν τόλμησε να πει ότι ο Θεός ή ο Χριστός δεν είναι πρόσωπα! Ας δούμε δύο εδάφια:
Ψαλμός 46/μς΄ 1: "Ο Θεός είναι καταφυγή ημών και δύναμις, βοήθεια ετοιμότατη εν ταις θλίψεσι".
Α΄ Κορινθίους 1/α΄ 23,24: "Ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησιν δε μωρίαν, αυτοίς δε τοις κλητοίς Ιουδαίοις τε και Έλλησιν, Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν".
Οι Χριστιανοί λοιπόν, κηρύττουν ότι η δύναμη τού Θεού είναι ο Χριστός, και όχι το Άγιο Πνεύμα. Και βεβαίως ο Χριστός είναι ΠΡΟΣΩΠΟ!

Για να είμαστε συνεπείς, θα πρέπει να πούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί, παρασύρονται από κάποια εδάφια τής Αγίας Γραφής τα οποία δεν κατανοούν, αλλά τα ερμηνεύουν με προχειρότητα, και χωρίς τις προϋποθέσεις τής Χριστιανικής δογματικής. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούν εδάφια όπως αυτό που λέει: "πληρούσθε Πνεύματος Αγίου", για να πουν ότι "ένα πρόσωπο δεν μπορεί να γεμμίζει τις καρδιές όλων, ούτε είναι κάτι που δίνεται με μέτρο". Αν όμως διάβαζαν την Αγία Γραφή με περισσότερη προσοχή, θα έβλεπαν ότι αυτά που λένε, αν και ισχύουν για τα υλικά πρόσωπα, δεν ισχύουν για τα πνευματικά. Τα ίδια λόγια χρησιμοποιεί η Αγία Γραφή για τον Πατέρα και τον Υιό, για τους οποίους όμως κανείς δεν διανοήθηκε να πει ότι δεν είναι πρόσωπα:
"1. Έν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος… 4. Εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων… 9. Ην το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον, ερχόμενον εις τον κόσμον… 11. εις τα ίδια ήλθεν, και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον. 12. Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού, 13. οι ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν.  14. Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας" -Ιωάννης 1/α΄ 1,4,9-14.
Πώς άραγε ο Χριστός ως πρόσωπο διαμερίζεται στους πιστούς που τον "λαμβάνουν" "μέσα τους";
"κατοικήσαι τον Χριστόν δια της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών, εν αγάπη ερριζωμένοι και τεθεμελιωμένοι, ίνα εξισχύσητε καταλαβέσθαι συν πάσιν τοις αγίοις, τι το πλάτος και μήκος και ύψος και βάθος, γνώναί τε την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστού, ίνα πληρωθήτε εις παν το πλήρωμα του Θεού". -Εφεσίους 3/γ΄ 17-19.
Ομοίως, πώς ο Χριστός και ο Θεός εφ' όσον είναι πρόσωπα, κατοικούν στην καρδιά μας, και μας "πληρώνουν" (μας γεμίζουν);
Και αλλού ο απόστολος Παύλος, μας λέει για τον Ιησού Χριστό:
"ότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς, και εστέ εν αυτώ πεπληρωμένοι…" -Κολοσσαείς 2/β΄ 9,10
΄Όπως στο ανθρώπινο σώμα του Ιησού Χριστού ευδόκησε να κατοικήσει "ολόκληρο το πλήρωμα της Θεότητας" (Κολοσσαείς 1/α΄ 19), έτσι ευδοκεί να κατοικήσει ολόκληρη η Θεότητα στο σώμα των τελείων Χριστιανών.  Επειδή σε ό,τι μετέχει η κεφαλή της Εκκλησίας, ο Ιησούς Χριστός κατά φύσιν, στο ίδιο μετέχει και το σώμα του, (η Εκκλησία), κατά χάριν. Τόσο ο Πατέρας λοιπόν, όσο ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, διαμερίζονται στις καρδιές τών πιστών, και μπορούν να παραμένουν πρόσωπα.
Και για να δείξουμε πόσο αγνοούν την Αγία Γραφή οι άνθρωποι αυτοί, θα δείξουμε ένα εδάφιο, που λέει ότι ακόμα και ο Σατανάς μπορεί να γεμίσει την καρδιά κάποιου ανθρώπου:
Είπεν δε Πέτρος: "Ανανία δια τι επλήρωσεν ο Σατάνας την καρδίαν σου ψεύσασθαί σε το Πνεύμα το Άγιον και νοσφίσασθαί σε από της τιμής του χωρίου;" -Πράξεις 5/ε΄ 3.

Δεν φτάνει όμως να αποδεικνύουμε τα λογικά σφάλματα τών αρνητών τού Αγίου Πνεύματος. Για να τους βοηθήσουμε να το καταλάβουν, πρέπει να δείξουμε και αποδείξεις ότι το Άγιο Πνεύμα είναι πρόσωπο. Και το δύσκολο εδώ, δεν είναι να βρούμε τέτοια εδάφια στην Αγία Γραφή, αλλά είναι δύσκολο ποια εδάφια να πρωτογράψουμε, από τα χιλιάδες εδάφια που αποδεικνύουν ότι το Άγιο Πνεύμα είναι πρόσωπο. Ας παραθέσουμε εδώ μερικά χωρία δειγματοληπτικά:
Ιωάννης 14/ιδ΄ 26: "Ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το ΄Αγιον ό πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου, Εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν".
Σύμφωνα με το εδάφιο αυτό, το Άγιο Πνεύμα διδάσκει, θυμίζει, και επιπλέον βοηθεί, καθώς είναι "Παράκλητος", δηλαδή: "Βοηθός". Πολύ σημαντικό είναι το ότι αναφέρεται ως: "Εκείνος", μια λέξη που μόνο σε πρόσωπο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όπως κάθε ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ.
Ιωάννης 16/ις΄ 13,14: "Όταν δε έλθη Εκείνος, το Πνεύμα τής αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν. Ου γαρ λαλήσει αφ' εαυτού, αλλ’ όσα αν ακούση λαλήσει και τα ερχόμενα αναγγελεί υμίν. Εκείνος εμέ δοξάσει, ότι εκ τού εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν".
Και πάλι εδώ το Άγιο Πνεύμα, αναφέρεται ως πρόσωπο με το: "Εκείνος", και επίσης "οδηγεί", "λαλεί", "αναγγέλει", "δοξάζει" και "λαμβάνει". Είναι πολύ ενδιαφέρον επίσης, το ότι αναφέρεται να έχει: "εαυτό" ("ου λαλήσει αφ' εαυτού"). Και κάτι που έχει "εαυτό", είναι Πρόσωπο!
Πράξεις 8/η΄ 29: "Είπεν δε το Πνεύμα τω Φιλίππω: ΄΄πρόσελθε και κολλήθητι τω άρματι τούτω΄΄".
Το Άγιο Πνεύμα "μιλάει" και διατάζει.
Πράξεις 13/ιγ΄ 1 - 3: ΄΄Ήσαν δε εν Αντιοχεία κατά την ούσαν εκκλησίαν προφήται και διδάσκαλοι ό τε Βαρναβάς και Συμεών ο καλούμενος Νίγερ και Λούκιος ο Κυρηναίος, Μαναήν τε Ηρώδου τού τετράρχου σύντροφος, και Σαύλος. Λειτουργούντων δε αυτών τω Κυρίω και νηστευόντων,είπεν το Πνεύμα το Άγιον: "Αφορίσατε δή μοι τον Βαρναβάν και Σαύλον εις το έργον ό προσκέκλημαι αυτούς". Τότε νηστεύσαντες, και προσευξάμενοι και επιθέντες τας χείρας αυτοίς απέλυσαν΄΄.
Και εδώ το Άγιο Πνεύμα "μιλάει", "προσκαλεί", και λέει: "αφορίστε για ΕΜΕΝΑ τον Βαρνάβα". Δηλαδή τι παραπάνω πρέπει να πει για να καταλάβει κάποιος ότι είναι "πρόσωπο";
Πράξεις 15/ιε΄ 28: "Έδοξεν γαρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν, μηδέν πλέον επιτίθεσθαι υμίν βάρος, πλην τών επαναγκές τούτων".
Επίσης "δοκεί", δηλαδή "έχει γνώμη". Δεν είναι πρόσωπο;
Ρωμαίους 8/η΄ 26,27: "Ωσαύτως δε και το Πνεύμα συναντιλαμβάνεται ταις ασθενείαις ημών, το γαρ τι προσευξόμεθα καθό δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις. Ο δε ερευνών τας καρδίας, οίδεν τι το φρόνημα του Πνεύματος, ότι κατά Θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων".
Εντυγχάνει, σημαίνει: "ικετεύει", προσεύχεται θερμά. Πώς προσεύχεται μία δύναμη; Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά προσώπου. Πώς μπορεί να αντιληφθεί, να στενάξει, ή να έχει φρόνημα μια δύναμη;
Α΄ Κορινθίους 2/β΄ 10, 11: "Ημίν δε ο Θεός απεκάλυψεν δια του Πνεύματος Αυτού, το γαρ Πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού. Τις γαρ οίδεν ανθρώπων τα τού ανθρώπου ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ; Ούτως και τα τού Θεού, ουδείς οίδεν ει μη το Πνεύμα τού Θεού".
Το Άγιο Πνεύμα "ερευνά", και "γνωρίζει" (οίδεν).
Α΄ Κορινθίους 12/ιβ΄ 11: "Πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται".
"Ενεργεί", "διαιρεί", και "ΒΟΥΛΕΤΑΙ". Όμως αν είναι δύναμη, δεν μπορεί να έχει ΒΟΥΛΗΣΗ.
Εφεσίους 4/δ΄ 30: "Και μη λυπείτε το Πνεύμα το Άγιον του Θεού, εν ω εσφραγίσθητε εις ημέραν απολυτρώσεως".
Επίσης, το Άγιο Πνεύμα ΛΥΠΑΤΑΙ. Δεν μπορεί μια δύναμη να λυπάται!
Δεν νομίζουμε ότι είναι ανάγκη να αναφέρουμε περισσότερα. Από τα παραπάνω εδάφια, πιστεύουμε ότι είναι προφανής η πλάνη τών ανθρώπων εκείνων που θέλουν το Άγιο Πνεύμα να είναι απρόσωπη "δύναμη". Τους καλούμε να δεχθούν τα Χριστιανικά δόγματα, και να πάψουν να λυπούν το Άγιο Πνεύμα, δεχόμενοι διδασκαλίες δαιμονίων.
1. Το όνομα τού Αγίου Πνεύματος
Στο βιβλίο τους με τον ατυχή τίτλο: "Πώς να συζητάτε λογικά από τις Γραφές", στη σελίδα 395, γράφουν: "Οι Άγιες Γραφές μας λένε το προσωπικό όνομα τού Πατέρα - Ιεχωβά. Μας πληροφορούν ότι ο Γιος είναι ο Ιησούς Χριστός. Αλλά πουθενά μέσα στις Γραφές δεν υπάρχει προσωπικό όνομα που να εφαρμόζεται στο Άγιο Πνεύμα".
Κατ' αρχήν, το Γιαχβέ (κι όχι Ιεχωβά), όπως δείξαμε ήδη σε άλλες μελέτες, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΟΝΟΜΑ, αλλά ΟΝΟΜΑ ΟΥΣΙΑΣ. Εκεί ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να δει ότι και τα τρία πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος έχουν το ίδιο όνομα "Γιαχβέ". Όπως μπορεί να δει κάποιος και στο Ματθαίος 28/κη΄ 19: "...βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος..." Το εδάφιο αυτό, δεν λέει "εις τα ονόματα". Λέει: "εις ΤΟ ΟΝΟΜΑ". Λέει ότι και ο Πατέρας, και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, έχουν ΕΝΑ ΚΟΙΝΟ ΟΝΟΜΑ. Και το όνομα αυτό είναι το όνομα τής ουσίας τους [*], "Γιαχβέ". Όμως το ίδιο εδάφιο, μας αποκαλύπτει και τα 3 ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ονόματα τών τριών προσώπων: Πατέρας, Υιός, και Άγιο Πνεύμα. Μα τόση τύφλωση; Κανείς δεν τα βλέπει αυτά στην οργάνωση τής Σκοπιάς; Το Ιησούς Χριστός, είναι το όνομα τού Χριστού, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ. Ως Θεός όμως, λεγόταν: "Υιός" και "Λόγος" (π.χ. Αποκάλυψις 19/ιθ΄ 13). Και μην πει κανείς ότι αυτά είναι τίτλοι. Στα Ελληνικά λέμε: "όνομα Ουσιαστικό". Και τα Ουσιαστικά είναι ΟΝΟΜΑΤΑ. Δεν μπορεί κανείς ξενόγλωσσος αιρετικός τού Μπρούκλυν να μας διαστρέψει τη γραμματική τής γλώσσας μας για να στηρίξει τις ψεύτικες διδασκαλίες του. Αυτά μπορεί να τα λέει σε άλλες χώρες που δεν ξέρουν Ελληνικά. Όχι όμως στην Ελλάδα.
Μήπως όμως κάποιος "Μάρτυρας", (για να αποφύγει ότι στον Ματθαίο που παραθέσαμε μιλάει για το κοινό όνομα Γιαχβέ), μας πει, ότι η λέξη: "όνομα" δεν αναφέρεται στο κοινό όνομα "Γιαχβέ", αλλά στα "Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα", και ότι με κάποιον (παράξενο) τρόπο, αναφέρεται στον Ενικό; Αν και αυτό δεν ισχύει, ακόμα και αν το δεχθούμε, βλέπουμε ότι και τότε θα δήλωνε τα: "Πατέρας, Υιός, και Άγιο Πνεύμα" ως ονόματα. Πώς λοιπόν λένε ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι όνομα; Η ίδια η λέξη "Άγιο Πνεύμα", είναι ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΟΝΟΜΑ.

2. Η ανθρώπινη φύση τού Χριστού στα δεξιά τού Θεού
Στην ίδια σελίδα τού ιδίου βιβλίου, λίγο πιο κάτω, λέει: "Το Πράξεις 7/ζ΄ 55, 56 αναφέρει ότι στον Στέφανο δόθηκε κάποια όραση τού ουρανού στην οποία είδε "τον Ιησού να στέκεται στα δεξιά τού Θεού". Αλλά δεν ανάφερε να είδε το άγιο πνεύμα. (Βλέπε επίσης Αποκάλυψις 7/ζ΄ 10. κβ΄ 1,3)."
Σε αυτό έχουμε να πούμε τα εξής: Και στη μία περίπτωση, και στις άλλες τής Αποκάλυψης, δεν εμφανίζεται Ο ΘΕΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ δίπλα στον Πατέρα, ώστε να πρέπει να αναζητήσουμε το Άγιο Πνεύμα. Εμφανίζεται Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ πλάι στον Θεό. Και όταν μιλάμε για Θεό εδώ, μιλάμε για ολόκληρη τή Θεότητα, την Αγία Τριάδα. Στον Θεό Πατέρα, υπάρχει και το Πνεύμα Του, και ο Λόγος Του, όπως σε εμάς συνυπάρχει και ο λόγος μας και το πνεύμα μας. Και όπως δεν αναζητάει κάποιος από εμάς να δει χώρια το λόγο και χώρια το πνεύμα μας, δεν είναι απαραίτητο να εμφανίζονται ο Λόγος και το Πνεύμα τού Θεού χώρια.
Ο Ιησούς (ή το Αρνίο) στέκεται πλάι στον Θεό ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ. Την ανθρώπινη φύση του ύψωσε στα δεξιά Του ο Θεός. Η Θεϊκή ήταν πάντα μέρος τής Θεότητας. Δες για παράδειγμα το Δανιήλ 7/ζ΄ 9, 13, 14. Εκεί πολλοί (ακόμα και απρόσεκτοι Ορθόδοξοι), νομίζουν ότι εμφανίζεται ο Πατέρας με τον Υιό. Όμως αν διαβάσουν προσεκτικά τα εδάφια, και τα συγκρίνουν με το Αποκάλυψις 1/α΄ 13-15 και με το Πράξεις 1/α΄ 9, θα καταλάβουν ότι εκεί είναι Ο ΥΙΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ στα ύψη τής Θεϊκής του φύσης, δηλαδή "κάθισε στα δεξιά τού Θεού". Αυτό εξηγεί τα πάντα. Όμως οι οπαδοί τής Σκοπιάς δεν μπορούν να το καταλάβουν αυτό, επειδή νομίζουν ότι ο Χριστός μετά την ανάστασή του έπαψε να είναι άνθρωπος. Αυτό είναι που τους μπερδεύει σε όλα.
Το επόμενο επιχείρημα που χρησιμοποιούν, παραθέτοντας από την Παπική Εγκυκλοπαίδεια, δεν τα σχολιάζουμε. Γιατί αν εμπιστεύονται την Παπική Εγκυκλοπαίδεια, γιατί δεν γίνονται Παπικοί; Αν λοιπόν θεωρούν την Εγκυκλοπαίδεια αυτή αναξιόπιστη σε όσα λέει, δεν μπορούν να την παραθέτουν ως αυθεντία. Αν πάλι τη δέχονται, ας δεχθούν και τον Πάπα. Εμείς ως Ορθόδοξοι, γνωρίζουμε ότι οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί που αναφέρονται εκεί, είναι λάθος. Αν τους θεωρούν σωστούς, ας μιλήσουν με στοιχεία, και όχι με απλές αναπόδεικτες αναφορές.

3. Άμεση και έμμεση ομιλία τού Αγίου Πνεύματος
Στη σελίδα 341 τού ιδίου βιβλίου, γράφει τα εξής: "Ενώ μερικά εδάφια λένε ότι το πνεύμα "ελάλησε", άλλα εδάφια καθιστούν σαφές ότι αυτό έγινε μέσω αγγέλων ή ανθρώπων (Πράξεις δ΄ 24,25. κη΄ 25. Ματθ. ι΄19, 20 Παράβαλλε Πράξεις κ΄ 23 με κα΄ 10,11)."
Στο πρώτο εδάφιο που παραθέτουν, αναφέρεται ότι ο Θεός μίλησε "δια στόματος Δαυίδ". Στο κη΄ 25,λέει ότι το Άγιο Πνεύμα λάλησε "στους πατέρες μας δια Ησαϊου τού προφήτου". Στο Ματθαίος ι΄ 19, λέει ότι το Άγιο Πνεύμα θα λαλεί μέσα στους Χριστιανούς όταν θα τους ανακρίνουν. Στο Πράξεις κ΄ 23 λέει ότι το Άγιο Πνεύμα σε κάθε πόλη "διαμαρτύρεται" στον Παύλο ότι τον περιμένουν δεσμά, και στο 21/κα΄ 10,11, αναφέρεται στον προφήτη Άγαβο, ότι τους έφερε προφητεία λέγοντάς τους "τάδε λέγει το Πνεύμα το Άγιον: τον άνδρα ου εστιν η ζώνη αύτη..."
Με τα παραπάνω εδάφια, προσπαθούν να ξεφύγουν από τα εδάφια που δείχνουν ότι το Άγιο Πνεύμα ΜΙΛΑΕΙ. Αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση για να ξεφύγουν. Όμως, προσέξτε! Το να χρησιμοποιεί κάποιον το Άγιο Πνεύμα για να μιλήσει, δεν σημαίνει ότι είναι απρόσωπο. Ούτε σημαίνει ότι πάντοτε χρησιμοποιεί κάποιον. Ακόμα και όταν χρησιμοποιεί κάποιον, ΜΙΛΑΕΙ ΣΕ ΑΥΤΟΝ. Προσέξτε για παράδειγμα, ότι για να στείλει τον Άγαβο, ΤΟΥ ΜΙΛΗΣΕ ("τάδε λέγει το Πνεύμα..."). Για να "διαμαρτυρηθεί" (να δώσει μαρτυρία) στον Παύλο σε κάθε πόλη, ΜΙΛΟΥΣΕ σε προφήτες. Μιλάει επίσης στην καρδιά τών αγίων, κράζοντας μεταξύ άλλων: "Αββά ο Πατήρ" (Γαλάτας 4/δ΄ 6,7).
Το Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με τα εδάφια που είδαμε, μιλάει ΔΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ στο λαό, όμως ΜΙΛΑΕΙ ΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΦΗΤΕΣ. Για παράδειγμα, ας ξαναδούμε τα εξής εδάφια, για να κάνετε τις συγκρίσεις σας:
Πράξεις 13/ιγ΄ 1 - 3: ΄΄Ήσαν δε εν Αντιοχεία κατά την ούσαν εκκλησίαν προφήται και διδάσκαλοι ό τε Βαρναβάς και Συμεών ο καλούμενος Νίγερ και Λούκιος ο Κυρηναίος, Μαναήν τε Ηρώδου τού τετράρχου σύντροφος, και Σαύλος. Λειτουργούντων δε αυτών τω Κυρίω και νηστευόντων,είπεν το Πνεύμα το Άγιον: "Αφορίσατε δή μοι τον Βαρναβάν και Σαύλον εις το έργον ό προσκέκλημαι αυτούς". Τότε νηστεύσαντες, και προσευξάμενοι και επιθέντες τας χείρας αυτοίς απέλυσαν΄΄.
Και εδώ το Άγιο Πνεύμα "μιλάει", "προσκαλεί", και λέει: "αφορίστε για ΕΜΕΝΑ τον Βαρνάβα". Δηλαδή τι παραπάνω πρέπει να πει για να καταλάβει κάποιος ότι είναι "πρόσωπο"; Εδώ μιλάει σε ΠΡΟΦΗΤΕΣ, και παρατηρούμε ότι στους προφήτες μιλάει ΑΜΕΣΑ ΩΣ ΠΡΟΣΩΠΟ. Στον λαό, πάλι ως πρόσωπο μιλάει, αλλά όχι άμεσα, αλλά δια τών προφητών. Και εδώ έχουμε ιστορική αφήγηση. Δεν έχουμε προσωποποίηση. Στην αφήγηση μιλάμε με γεγονότα, και όχι με προσωποποιήσεις.
Μια απρόσωπη δύναμη, δεν μιλάει για τον ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ, ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα. Δεν μιλάει καθόλου.

4. Περί προσωποποιήσεων
Στο ίδιο βιβλίο τους: "Πώς να συζητάτε λογικά από τις Γραφές", στη σελίδα 395, αφού παραθέτουν περιληπτικά μερικά από τα σημεία που αναφέρουμε στην προηγούμενη μελέτη μας, που δείχνουν το Άγιο Πνεύμα να μιλάει, να βοηθάει, να προσεύχεται, να λυπάται κλπ, (δηλαδή να ενεργεί ως πρόσωπο), γράφουν: "...τα πρώτα εδάφια που παραθέτονται εδώ, χρησιμοποιούν ένα σχήμα λόγου προσωποποιώντας το άγιο Πνεύμα τού Θεού, την ενεργό του δύναμη, όπως επίσης η Αγία Γραφή προσωποποιεί τη σοφία, την αμαρτία, το θάνατο, το νερό και το αίμα"
Στα παραπάνω λοιπόν, έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:
1. Στην απάντησή τους στα επιχειρήματά μας τής προηγούμενης μελέτης μας, ενώ εμείς δείξαμε εδάφιο που αποδεικνύει ότι το Άγιο Πνεύμα ΔΕΝ είναι η δύναμη τού Θεού, αυτοί δεν έχουν να δείξουν ούτε ένα που να δηλώνει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι "δύναμη Θεού". Το παραπάνω βιβλίο τους, δεν έχει ούτε ένα τέτοιο εδάφιο.
2. Λένε ότι τα εδάφια που αποδεικνύουν το Άγιο Πνεύμα ως πρόσωπο, είναι ΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ μιας δυνάμεως. Χωρίς αποδείξεις όμως. Με την ίδια λογική, πώς ξέρουν ότι τα εδάφια που αναφέρουν πιο πάνω, που λένε ότι το Άγιο Πνεύμα "γεμμίζει", "βαπτίζει" και "χρίει" τους Χριστιανούς, δεν είναι ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ; Γιατί να δεχθούμε το ένα και όχι το άλλο το αντίθετο;
3. Όμως εμείς θα τους κάνουμε τη χάρη να απαντήσουμε και σε αυτό. Δηλαδή, ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΟΥΜΕ ότι δεν πρόκειται για προσωποποιήσεις, όταν η Αγία Γραφή αναφέρει το Άγιο Πνεύμα με χαρακτηριστικά Προσώπου.
Πράγματι, υπάρχουν εδάφια που προσωποποιούν την αμαρτία, το θάνατο, το νερό, την σοφία και το αίμα. Ας τα δούμε, και ας τα συγκρίνουμε με τα σχετικά εδάφια με το Άγιο Πνεύμα:
Ρωμαίους 5/ε΄ 21. 6/ς΄ 12 7/ζ΄ 9,11: "ινα ωσπερ εβασιλευσεν η αμαρτια εν τω θανατω ουτως και η χαρις βασιλευση δια δικαιοσυνης εις ζωην αιωνιον δια Ιησου Χριστου του Κυριου ημων... μη ουν βασιλευετω η αμαρτια εν τω θνητω υμων σωματι εις το υπακουειν αυτη εν ταις επιθυμιαις αυτου... εγω δε εζων χωρις νομου ποτε ελθουσης δε της εντολης η αμαρτια ανεζησεν εγω δε απεθανον... η γαρ αμαρτια αφορμην λαβουσα δια της εντολης εξηπατησεν με και δι’ αυτης απεκτεινεν"
Στα παραπάνω εδάφια, παρατηρούμε ότι πράγματι έχουμε για την αμαρτία κάποιες προσωποποιήσεις. Η αμαρτία εκεί βασιλεύει, ξαναζεί, εξαπατά. Προσοχή όμως! Όλα αυτά, βρίσκονται μέσα ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΣΥΜΦΡΑΖΟΜΕΝΟ, ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ. Εδώ ο Παύλος, εμφανίζει την αμαρτία σαν μια απατηλή βασίλισσα. Και όλες οι προσωποποιήσεις, συμπεριλαμβάνονται στην ίδια αυτή εικόνα. Σε άλλα σημεία τής Αγίας Γραφής, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΙΔΙΕΣ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ για την αμαρτία. Ακόμα και στο ίδιο αυτό βιβλίο τής προς Ρωμαίους, όπου γίνεται η παρομοίωση, δεν εμφανίζεται η αμαρτία να μιλάει, ούτε να έχει συναισθήματα όπως το Άγιο Πνεύμα σε πλήθος εδαφίων.
Αντιθέτως, το Άγιο Πνεύμα, όχι μόνο σε ένα βιβλίο τής Γραφής όπου γίνεται ειδική προσωποποίηση, αλλά ΠΑΝΤΟΥ ΟΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ, έχει χαρακτηριστικά προσώπου. Ακόμα και στις Πράξεις, που είναι ΙΣΤΟΡΙΚΟ βιβλίο, και δεν αναφέρει προσωποποιήσεις, αλλά ιστορικά γεγονότα!!! Εκεί το Άγιο Πνεύμα αναφέρεται σαφώς να μιλάει και να διατάζει, χωρίς να υπάρχει προσωποποίηση, γιατί είναι ιστορικό γεγονός! (Πράξεις 8/η΄ 29. 13/ιγ΄ 1 - 3).
Ας δούμε τον θάνατο:
Ρωμαίους 5/ε΄ 14: "αλλ' εβασιλευσεν ο θανατος απο Αδαμ μεχρι Μωσεως και επι τους μη αμαρτησαντας επι τω ομοιωματι της παραβασεως Αδαμ ος εστιν τυπος του μελλοντος"
Στα πλαίσια τής ίδιας παραπάνω προσωποποίησης, ο Παύλος εδώ, πάλι παρουσιάζει τον θάνατο ως "συμβασιλέα" τής αμαρτίας. Πάλι δηλαδή για την ίδια προσωποποίηση μιλάμε, και μάλιστα με πολύ πιο περιορισμένο "εύρος" εκφράσεων, απ' ότι κάνει με την αμαρτία. Αλλά και εδώ επίσης, πάλι ο θάνατος δεν εμφανίζεται προσωποποιημένος να μιλάει. Ούτε να έχει συναισθήματα. Ούτε αυτό συμβαίνει παντού, όπως στο Άγιο Πνεύμα.
Ας δούμε το νερό και το αίμα:
Α΄ Ιωάννου 5/ε΄ 8: "και τρεις εισιν οι μαρτυρουντες εν τη γη το πνευμα και το υδωρ και το αιμα και οι τρεις εις το εν εισιν"
Έχουμε κι εδώ μια φευγαλέα προσωποποίηση, όπου το νερό μαρτυρεί. Και πώς μαρτυρεί; Δια τής θέας. Βλέποντάς το ΕΜΕΙΣ λαμβάνουμε τη μαρτυρία. Δεν του αποδίδεται εδώ χαρακτηριστικό προσώπου. Ομοίως και το αίμα. Για το αίμα έχουμε επίσης και το:
Εβραίους 12/ιβ΄ 24: "και διαθηκης νεας μεσιτη Ιησου και αιματι ραντισμου κρειττον λαλουντι παρα τον Αβελ".
Εδώ αν και δεν λέει άμεσα ότι το αίμα λαλεί, μας παραπέμπει στη Γένεση 4/δ΄ 10, όπου ο Θεός είπε στον Κάιν, ότι το αίμα τού Άβελ "βοά" εκ τής γης προς τον Θεό για δικαίωση. Και είναι σαφής ο λόγος τής προσωποποίησης αυτής. Το αδικοχυμένο αίμα, είναι μια πρόκληση μπροστά στον Θεό. Σαν να του φωνάζει για δικαιοσύνη. Είναι και εδώ σαφές, ότι δεν δίνεται στο αίμα χαρακτηριστικό προσώπου άμεσα, αλλά ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟ Ο ΘΕΟΣ λαμβάνει αυτή τη "βοή".
Προσέξτε ως εδώ, όλα όσα εξετάσαμε, πόσο περιορισμένα προσωποποιούνται. Σε ελάχιστα σημεία, και ελάχιστες φορές, εμφανέστατες ότι είναι μεταφορικές εκφράσεις. Όπως είδαμε όμως στην προηγούμενη μελέτη μας, το Άγιο Πνεύμα, ΠΑΝΤΟΥ προσωποποιείται, και μιλάει, και ΟΛΟΙ το αναφέρουν με χαρακτηριστικά προσώπου. Από τον Χριστό ως τους αποστόλους. Ακόμα και σε ιστορικές αφηγήσεις τών Πράξεων, όπου δεν χωρούν προσωποποιήσεις. Γιατί άραγε στις Πράξεις, δεν αναφέρονται αυτά τα υπόλοιπα προσωποποιημένα; Και γιατί ακόμα και ο Παύλος το κάνει αυτό μόνο στην προς Ρωμαίους επιστολή του και όχι και στις άλλες; (Γιατί στην προς Εβραίους που προσωποποιεί το αίμα τού Άβελ, όχι μόνο δεν το κάνει ευθέως, αλλά παραθέτει μάλλον από τη Γένεση). Και ο Ιωάννης που αναφέρει το "ύδωρ" και το "αίμα" ότι "μαρτυρούν", το κάνει με την ίδια έννοια που σήμερα στα δικαστήρια αναφέρεται η λέξη: "πειστήριο". Δεν αποδίδεται κατ' ανάγκην ιδιότητα προσώπου σε κάποιο άψυχο αποδεικτικό μέσο, παρ' όλα αυτά "μαρτυρεί". Πουθενά όμως δεν αναφέρονται όλα αυτά να μιλούν. Αντιθέτως, το Άγιο Πνεύμα ΠΑΝΤΟΥ ΜΙΛΑΕΙ, και συμπεριφέρεται ως πρόσωπο.
Ας δούμε και τη σοφία:
Α΄ Κορινθίους 1/α΄ 24: "αυτοις δε τοις κλητοις ιουδαιοις τε και ελλησιν Χριστον Θεου δυναμιν και Θεου σοφιαν"
Τι έχουμε εδώ; Προσωποποίηση τής Σοφίας; Φυσικά! Ο Χριστός είναι η Σοφία τού Θεού, ο Λόγος Του. Και βέβαια η Σοφία είναι ζωντανή. Είναι ο Χριστός η Σοφία τού Θεού! Όπως σαφώς μας το δείχνει και η προφητεία στις Παροιμίες 8/η΄ και 9/θ΄. Και έτσι δικαίως εδώ και στις Παροιμίες προσωποποιείται η Σοφία τού Θεού, ο Χριστός (Δες και Α΄ Κορινθίους 1/α΄ 30, Λουκάς 11/ια΄ 49 και Λουκάς 7/ζ΄ 35). Η Σοφία τού Θεού λοιπόν, δεν πρέπει να μπει στα παραδείγματα που παραθέτουν οι Πνευματομάχοι, επειδή πράγματι αποτελεί ΠΡΟΣΩΠΟ.
Όμως αν προσέξουμε λίγο το εδάφιο αυτό που παραθέσαμε πιο πάνω (Α΄ Κορινθίους 1/α΄ 24), θα δούμε ότι ο Χριστός εκτός από Σοφία, αναφέρεται και Θεού Δύναμις (!!!) Μήπως λοιπόν και ο Χριστός δεν είναι πρόσωπο, αλλά απρόσωπη δύναμη; Τι έχουν να μας πουν οι Πνευματομάχοι; Υπάρχει εδάφιο που λέει τον Χριστό "δύναμη τού Θεού". Κανένα εδάφιο όμως δεν λέει το Άγιο Πνεύμα "δύναμη Θεού". Γιατί άραγε;
Με βάση όλα αυτά που παραθέσαμε πιο πάνω, παρακαλούμε με πολλή αγάπη τους Πνευματομάχους να ξαναδιαβάσουν πάλι την προηγούμενη μελέτη μας, όπου παρουσιάσαμε τα εδάφια που δείχνουν ότι το Άγιο Πνεύμα είναι πρόσωπο. Τώρα που έχουν υπ' όψιν τους τις προσωποποιήσεις τής Αγίας Γραφής, θα είναι σε θέση να συγκρίνουν και να κρίνουν πόσο διαφορετικές είναι αυτές από τις αναφορές στο Άγιο Πνεύμα. Γιατί το θέμα εδώ, δεν είναι να επιβάλλει κάποιος τα δικά του επιχειρήματα, αλλά ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ! Και όποιος έχει σύνεση, αυτό το κατανοεί και ενεργεί ανάλογα. Για δική του ευλογία.


*Λέγοντας "όνομα ουσίας", είναι προφανές ότι μιλάμε για όνομα τών ακτίστων ενεργειών που είναι "αχώριστες με την ουσία", και όχι για την ουσία αυτή καθεαυτή, καθώς η ίδια η ουσία τού Θεού είναι αμέθεκτη και απερίγραπτη (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: "Περί Ακτίστων Ενεργειών" 8).

Ν.Μ.-Ο.Ο.Δ.Ε

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Ο Παράκλητος ως διδάσκαλος της αληθείας κατά τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην


counter

Στ. Παπαδόπουλου, Πατέρες, αύξησις της Εκκλησίας,
’γιον Πνεύμα, 
Αθήνα 1975, σελ. 10-21

Ο Παράκλητος ως διδάσκαλος της αληθείας κατά τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην

1. To διδακτικόν έργον του Παρακλήτου ως «εκ νέου» κατανόησις του έργου του Κυρίου.
Υπό των συγχρόνων ερευνητών τονίζεται και υπογραμμίζεται ότι το αποκαλυπτικόν έργον του Παρακλήτου έγκειται εις την «υπό την καθοδήγησιν του Πνεύματος ακριβή γνώσιν της κοινότητος, όσον αφορά εις το νόημα του Χριστού και εις τα μέλλοντα συμβαίνειν» (1). Έτερος όμως ερευνητής παραπονείται ότι μέχρι σήμερον δεν κατενοήθη όσον απητείτο το γεγονός, ότι πρωταρχική αποστολή του Παρακλήτου είναι να συμβάλη εις την κατανόησιν του προσώπου και του έργου του Χριστού (2). Χαρακτηριστικόν εξ άλλου τυγχάνει ότι δυτικοί μελετηταί, ευρισκόμενοι προ της δυσχερείας να ερμηνεύσουν τους κυριακούς λόγους «έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ' ου δύνασθε βαστάζειν. όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν», καταφεύγουν εις ερμηνείας, αι οποίαι διασώζουν την έννοιαν του «νέου», όπερ διδάσκει το Πνεύμα, αφού τούτο πρόκειται να είπη και ό,τι δεν είπεν ο Κύριος, ενώ αποκλείουν την δυνατότητα αποκαλύψεως υπό του Πνεύματος διδασκαλίας τινός όντως και κατ' ουσίαν νέας. Ούτω ο Otto Betz, εξηγών το έργον του Παρακλήτου, υποστηρίζει ότι οι μαθηταί χρειάζονται αυτόν ως Βοηθόν κατά του άρχοντος του κόσμου, αλλά και ως Οδηγόν εν τη αληθεία, διότι το κήρυγμα του Χριστού «πρέπει να κατανοηθή εκ νέου» μετά την ανάστασιν (3). Επομένως το έργον του αγ. Πνεύματος συνίσταται εις την εκάστοτε υπό των πιστών κατανόησιν του γεγονότος της εν Χριστώ οικονομίας και ουχί εις προσφοράν νέου τινός.
Ο ρωμαιοκαθολικός καινοδιαθηκολόγος και υπομνηματιστής του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου Alfr. Wikenhauser αντιλαμβάνεται το αποκαλυπτικόν έργον του Παρακλήτου ως καθοδήγησιν των μαθητών προς βαθυτέραν κατανόησιν και ανάπτυξιν των αληθειών, τας οποίας είχεν ήδη κηρύξει ο Κύριος (4). Συνεπής δε πλήρως και προς τας δογματικάς και θεολογικάς προϋποθέσεις της Εκκλησίας του ο Wikenhauser συμπληροί προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ότι αι διδασκόμεναι υπό του Πνεύματος αλήθειαι δεν δύνανται να είναι «όλως διάφοροι και όλως νέαι» εν σχέσει προς εκείνας του Ιησού Χριστού (5).
Ο R. Βultmann, το προτεσταντικόν πνεύμα γενικώς a ποδί- δων επί του προκειμένου, αντιλαμβάνεται τον Παράκλητον ως δύναμιν ( Kraft ) μάλλον, ή ως πρόσωπον, δια της οποίας ο πιστός διαπερά το σκότος του μέλλοντος και διακρίνει ορθώς τα εν αύτω (6). Η έννοια του ιωαννείου «εκείνος (= ο Παράκλητος) διδάξει πάντα» (ιδ' 26) έχει παρηγορητικόν κατ' αυτόν χαρακτήρα. Εν τούτοις φρονεί παραδόξως ότι η αποκάλυψις δεν ετελείωσε δια των αποχαιρετιστηρίων τούτων λόγων του Κυρίου, πλην αλλ' όμως κατανοεί την συνέχισίν της ως «εκ νέου» δώρον εις το μέλλον (7). Η μελλοντική αυτή αποκάλυψις συνίσταται εις την επαναπρόσληψιν ( Wiederaufnahme ) του έργου του Κυρίου (8).
Αι ανωτέρω εκτεθείσαι συντόμως ερμηνευτικαί προσπάθειαι κατανοήσεως του χαρακτήρος, ο οποίος διέπει το αποκαλυπτικόν έργον του Παρακλήτου, είναι αντιπροσωπευτικαί των τάσεων, αι οποίαι κρατούν μεταξύ των ερμηνευτών εις τον χώρον της συγχρόνου θεολογίας.
2. Το έργον του Παρακλήτου ως αποκάλυψις όσων δεν είπε και διασάφησις όσων είπεν ο Κύριος.
Εις τον χώρον της ανατολικής θεολογίας απαντά διάφορος εκτίμησις του αποκαλυπτικού έργου του αγ. Πνεύματος, μη συμπίπτουσα πάντοτε και κατά την ουσίαν προς εκείνην της συγχρόνου θεολογίας.
Ούτω ο εκ των νεοελλήνων αρχαιότερος υπομνηματιστής του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου Ν. Δαμαλάς († 1892) (9), του οποίου όμως το σχετικόν έργον εξεδόθη μόλις εν έτει 1940, ερμηνεύων το έργον του Παρακλήτου, γράφει μετά πολλής σαφηνείας : «η διδακτική ενέργεια του Παρακλήτου έσται διττή, συμπληρωματική των υπ' Αυτού του Ιησού διδαχθέντων και υπομνηματιστική αυτών τούτων» (10). Γνώστης δε και της altera pars, η οποία δεν διενοείτο διδασκαλίαν «συμπληρωματικήν», παρατηρεί ότι «ικανοί εξηγηταί πειρώνται, ίνα περιορίσωσι την περί ης ο λόγος ενέργειαν του Παρακλήτου εις μόνην την υπόμνησιν» (11), ενώ κατά Δαμαλάν πρέπει να δεχθώμεν «το “υπομνήσει” ως διασαφητικόν του “διδάξει”» (12). Ο τελευταίος ούτος ισχυρισμός του Δαμαλά διαφοροποιεί την έναντι του χωρίου στάσιν αφ' ενός του ιδίου, θεωρούντος το ρήμα «υπομνήσει» διασαφητικόν του «διδάξει», και αφ' ετέρου των δυτικών θεολόγων γενικώς, αντιστρεφόντων τους όρους και θεωρούντων το «διδάξει» ως διασαφητικόν του «υπομνήσει», οπότε ο αποκαλυπτικός χαρακτήρ του αγ. Πνεύματος περιορίζεται αισθητώς, αν δεν απόλλυται παντελώς.
Συναφής προς την άποψιν του Δαμαλά είναι και η γνώμη του Basil Krivocheine, εκφραζομένη εν πολλή συντομία, αλλά και σαφήνεια : «Ούτω το άγιον Πνεύμα διδάσκει τους αποστόλους (Λουκ. ιβ' 12), ομιλεί δι΄ αυτών (Ματθ. ι' 20), έτι δε συμπληροί όσα τους έμαθεν ο Χριστός (Ιωάν. ιδ' 26) και τους αναγγέλλει τα μέλλοντα» (Ιωάν. ις' 13) (13).
Ο Εμ. όμως Ζολώτας, όστις συνέγραψεν ογκώδες έργον, επέχον θέσιν εισαγωγής εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, δεν φαίνεται συμμεριζόμενος τας σαφείς απόψεις του Δαμαλά, τας οποίας πιθανώτατα δεν εγνώριζεν, αφού του μεν Ζολώτα το έργον εξεδόθη εν έτει 1907, του δε Δαμαλά, καίτοι αποθανόντος τω 1892, εν έτει 1940. Και θεωρεί μεν ο Ζολώτας την «φωτιστικήν του παναγίου Πνεύματος χάριν» (14) ως «την τα σκοτεινά καταυγάσασαν και τα ελλείποντα αναπληρούσαν» (15), πλην ο χαρακτήρ της χάριτος αυτής του Πνεύματος παραμένει μάλλον «αναμνηστικός και φωτιστικός» (16) των όσων απεκάλυψεν ο Κύριος κατά την ένσαρκον αυτού οικονομίαν. Καθ' όσον δε αφορά την προς τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην βοήθειαν του Παρακλήτου προς συγγραφήν του Ευαγγελίου του αύτη συνίσταται εις την «διατήρησιν και παράστασιν» (17) μόνον των αληθειών, τας οποίας εκήρυξεν ο Κύριος.
Παραπλησίαν θέσιν εις το πρόβλημα του χαρακτήρος του έργου του Παρακλήτου έλαβε και ο Π. Τρεμπέλας, παραφράζων το Ιωάν. ιδ' 26 : «Ο Παράκλητος όμως, δηλαδή το ’γιον Πνεύμα, το οποίον θα στείλη ο Πατήρ δια να αποκαλύπτη εις τους πιστούς την αποστολήν μου, το έργον μου και ό,τι σχετίζεται με το όνομά μου και το πρόσωπόν μου, εκείνος θα σας διδάξη όλας τας σωτηριώδεις αληθείας και θα σας υπενθυμίση όσα σας είπα εγώ» (18).
Ο Max Thurian, καίτοι δεν δύναται να θεωρηθή ως ειδικός ερμηνευτής του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, εξέφρασεν ενδιαφερούσας και πρωτοποριακάς δια την Δύσιν κυρίως απόψεις, αναφορικώς προς την αποστολήν του Παρακλήτου. Ούτω μέμφεται κατ' αρχάς την Δύσιν, διότι δεν εξέλαβε σοβαρώς (19) τους λόγους του ηγαπημένου μαθητού περί Παρακλήτου, ως μέλλοντος να οδηγήση ημάς εις ολόκληρον την αλήθειαν (20). «Φρονώ — λέγει ο διαμαρτυρόμενος ούτος θεολόγος — ότι αντελήφθημεν πάντοτε το αγ. Πνεύμα ως οδηγούν ημάς εις πάσαν την αλήθειαν, επαναλαμβάνον ό,τι είπεν ο Χριστός» (21). Κατά την προοπτικήν του Ιωάννου όμως «οφείλομεν να ακούσωμεν το άγιον Πνεύμα και να έχωμεν προσωπικόν μετ' αυτού διάλογον» (22). Ο Thurian, χωρίς να είναι σαφής και όσον χρειάζεται τολμηρός, χωρεί ολίγον πέρα των γενικώς εν τη Δύσει κρατουσών σχετικών αντιλήψεων και υπογραμμίζει αρνητικώς ότι το έργον του Παρακλήτου ως διδασκάλου δεν εξαντλείται εν τη επαναλήψει των κυριακών λόγων.
Ο μνημονευθείς Δαμαλάς, διατυπών τα σχετικά προς το διδακτικόν και αποκαλυπτικόν έργον του Παρακλήτου, απηχεί τας απόψεις του αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας Θεοφυλάκτου, όστις, το Ιωάν. ιδ' 26 ερμηνεύων, υποστηρίζει : «το ουν άγιον Πνεύμα κ α ι εδίδαξε κ α ι υπέμνησεν· εδίδαξε μεν όσα ουκ είπεν ο Χριστός αυτοίς (=τοις μαθηταίς) ως μη δυναμένοις βαστάσαι· υπέμνησε δε όσα είπε μεν ο Ιησούς, είτε δε δι' ασάφειαν ή δια το νωθές του λογισμού ουκ ηδυνήθησαν κατασχείν τη μνήμη οι Απόστολοι» (23). Ενταύθα ο Θεοφύλακτος, όστις δια τα υπομνήματά του εις την Κ.Δ. γενικώς «στηρίζεται... επί του ι. Χρυσοστόμου και των τριών Καππαδοκών διδασκάλων» (24) διακρίνει σαφώς εν τω έργω του αγ. Πνεύματος χαρακτήρα διδακτικόν και χαρακτήρα υπομνηστικόν, έκαστος των οποίων έχει ίδιον και απολύτως διακεκριμένον περιεχόμενον.
Η μαρτυρία του Θεολόγου Γ ρηγορίου είναι επί του προκειμένου εξόχως ενδεικτική. Ο άγιος Γρηγόριος, εν τη προσπαθεία αυτού να πείση τους αρνουμένους την θεότητα του αγ. Πνεύματος ότι, καίτοι η Γραφή δεν εκφράζεται σαφώς επί της θεότητος του Πνεύματος, η περί αυτού βεβαιότης παρέχεται εις ημάς δια φωτισμού αυτού τούτου του Πνεύματος (25), κοινοποιήσαντος ημίν ό,τι ο Κύριος δεν είπε τοις μαθηταίς, ένεκα της αδυναμίας αυτών να παρακολουθήσουν τας αποκαλύψεις του, λέγει: «ην τινα τω σωτήρι και ει πολλών ενεπίμπλαντρ μαθημάτων, α μη δύνασθαι τότε βασταχθήναι τοις μαθηταίς ελέγετο, δι' ας είπον ίσως αιτίας, και δια τούτο παρεκαλύπτετο· και πάλιν πάντα διδαχθήσεσθαι ημάς υπό του πνεύματος ενδημήσαντος. Τούτων εν είναι νομίζω και αυτήν του πνεύματος την θεότητα, τρανουμένην εις ύστερον»(26).
Η υπογράμμισις του εξαιρετικού γεγονότος ότι το «Πνεύμα της αληθείας» διδάσκει «όσα ουκ είπεν» ο Χριστός απαντά ευθέως ή εμμέσως και εις άλλους πατέρας της Εκκλησίας. Ο ι. Φώτιος, χωρίς να ποιή διάκρισιν μεταξύ Αποστόλων και μεταγενεστέρων πιστών, χαρακτηρίζει την εις ημάς αποκαλυφθείσαν υπό του Κυρίου αλήθειαν ως «επί μέρους», ένεκα δε τούτου «δεόμεθα» προσέτι «και σοφίας και δυνάμεως και αληθείας», «την απόλαυσιν» των οποίων «άφθονον παράσχοι» (27) το αγ. Πνεύμα. Δέκται της αποκαλύψεως, η οποία επραγματοποιήθη ιστορικώς υπό του Ιησού Χριστού, εί- μεθα δια τον Φώτιον πάντες οι πιστοί, όπως πάντες — και όχι μόνον οι Απόστολοι — είμεθα δέκται της πλήρους αληθείας, την οποίαν παρέχει το Πνεύμα. Το τελευταίον τούτο γεγονός της αποδοχής της πλήρους αληθείας παρουσιάζεται ως συμβαίνον εις πάσαν εποχήν, εάν κρίνωμεν εκ του χρόνου του ρήματος τον οποίον χρησιμοποιεί ο Φώτιος εις την φράσιν : «και σου (= Χριστέ) μυσταγωγούντος, έτι δεόμεθα... αληθείας» (28) εξ αγ. Πνεύματος.
Σχετικάς απόψεις εκφράζει και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, εξ άλλης προφανώς προβληματολογίας αφορμώμενος. Ούτος προσπαθεί να πείση ότι δια να ομιλήση τις περί τίνος πράγματος πρέπει ή να έχη ακούσει περί αυτού ή να έχη γίνει αυτόπτης (29). Οι συγγραφείς λ.χ. της Καινής Διαθήκης ομιλούν ενίοτε περί πραγμάτων, τα οποία δεν είδον επομένως κάποιου ήκουσαν περί αυτών και αυτός ήτο το Πνεύμα της αληθείας (30), αφού, καθόσον γνωρίζομεν, δεν ήτο ο Κύριος, όστις όμως υπεσχέθη την αποστολήν του Παρακλήτου, όστις θα εδίδασκε πράγματα, δια τα οποία δεν ωμίλησεν ο ίδιος : «Ότι δε και α ουκ είπεν αυτοίς ο Χριστός, ταύτα το Πνεύμα το άγιον τοις αποστόλοις επελθόν εδίδαξε και είπε, φησίν ο αυτός· έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ' ου δύνασθε βαστάζειν· όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν... Έμαθες πόθεν εδιδάχθησαν οι γράψαντες;» (31).
Ο Παράκλητος κατά ταύτα πέρα του έργου αυτού «ως μεσίτου» και συνηγόρου και παρηγορητού των πιστών, έργου το οποίον εγένετο αντικείμενον πολλής και συντόνου μελέτης (32), είναι και διδάσκαλος, ως εξηγεί ο Μοψουεστίας Θεόδωρος : «άλλον δε Παράκλητον λέγει (= ο Ευαγγελιστής Ιωάννης) αντί του άλλον διδάσκαλον» (33). Η ιδιάζουσα προσφορά του Παρακλήτου ως διδασκάλου εν αναφορά προς την προσφοράν του Κυρίου δέον να ζητηθή εις την τελείωσιν και την ακρίβειαν. Ο Κύριλλος Αλεξανδρεία ς διδάσκει ότι η «τελειοτάτη και ακριβεστάτη αποκάλυψις» «του μυστηρίου» γίνεται εις ημάς δια του Παρακλήτου, αποστελλομένου εξ ονόματος του Χριστού (34). Τα περί τελειοτάτης και ακριβεστάτης αποκαλύψεως λεγόμενα ενταύθα ουδόλως σημαίνουν βέβαια ότι η αποκάλυψις του Κυρίου έχρηζε «βελτιώσεως» (35) ή αναθεωρήσεώς τινος, δοθέντος ότι το γεγονός της αποκαλύψεως καθόλου είναι έργον των θείων ενεργειών, αι οποίαι κατά την διδασκαλίαν του αγίου Γρηγορίου Παλαμά τυγχάνουν κοιναί δια τα τρία της Τριάδος πρόσωπα, δι' ων όμως αύται φανερούνται. Μέλλοντες να είπωμεν εις άλλο σημείον της παρούσης μελέτης περί του πώς δέον να ερμηνευθή το γεγονός, ότι ο Παράκλητος πραγματοποιεί την πλήρη αποκάλυψιν, χωρίς τούτο να σημαίνη ότι η προτέρα ήτο ατελής, αρκούμεθα εις μίαν διασάφησιν του Κυρίου. Ούτος, κατά τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην, αμέσως μετά την δήλωσιν ότι μέλλει να έλθη «εκείνος», όστις θα οδηγήση τους μαθητάς εις πάσαν την αλήθειαν, λέγει : «ου γαρ λαλήσει αφ' εαυτού, αλλ' όσα αν ακούση λαλήσει» (36), διότι πλην της προσωπικής υποστάσεως, τα πάντα εν τη αγία Τριάδι είναι κοινά. Δέον δε να σημειωθή ότι οι πατέρες της Εκκλησίας αντελήφθησαν και ηρμήνευσαν ομοφώνως πάντες την αποκαλυπτικήν ή επιφοιτητικήν δύναμιν του Παρακλήτου ως ουχί αλλοτρίαν του Χριστού (37).
Ο ερμηνευτής Ευθύμιος Ζιγαβηνός διασαφηνίζει σημαντικάς πλευράς των εκ των σχετικών ιωαννείων χωρίων προκυπτόντων προβλημάτων. Ούτω την φράσιν «εν τω ονόματί μου» (38) εξηγεί δια του «αντ' εμού» (39) όπερ υπογραμμίζει την άποψιν περί συνεχείας του έργου του Κυρίου, εις το οποίον διαλαμβάνεται και το αποκαλύπτειν αληθείας. Μεγαλυτέρας σημασίας είναι η ανάλυσις του «αλλ' όσα αν ακούση, λαλήση» (40) το Πνεύμα : «όσα αν ακούση παρά του Πατρός, ο και περί εμαυτού πολλάκις είρηκα, δηλών το ομοούσιον και ομοφυές και ίσον... Ώσπερ γαρ ο Υιός, πλήρωμα νόμου και προφητών, τα τυπικώς προδιαγραφέντα βεβαιώσας δια της αληθείας, ούτω και το θείον Πνεύμα, πλήρωμα του Ευαγγελίου, αναπληρούν τα του Υιού, καθώς και ούτος τα του Πατρός» (41). Ενταύθα ο Ζιγαβηνός διακρίνει «την οικονομίαν»—ως χαρακτηρίζει και αλλαχού (42) την αποστολήν ή το έργον—του Υιού της οικονομίας του Πνεύματος, τοποθετών αμφοτέρας επί του αυτού άξιολογικώς επιπέδου και τονίζων ότι όπως ο Υιός υπήρξε το πλήρωμα της Π.Δ., ούτω και το Πνεύμα είναι το πλήρωμα του Ευαγγελίου. Επομένως εάν η εν Χριστώ Διαθήκη είναι Καινή εν συγκρίσει προς την πρώτην Διαθήκην του Θεού, ήτοι προς την Παλαιάν, έπεται ότι και όσα θα ειργασθή το Πνεύμα ως πλήρωμα του Ευαγγελίου θα είναι «καινά» εν συγκρίσει προς τα του Ευαγγελίου. Τούτο σημαίνει ότι το Πνεύμα δημιουργεί και αποκαλύπτει εν τη Εκκλησία καινά, αλλ' ουχί αντίθετα προς τα της Γραφής. Η ζωή της Εκκλησίας αποτελεί αδιαμφισβητήτως απόδειξιν του ισχυρισμού του Ζιγαβηνού.
Παρίστατο ανάγκη όπως το άγιον Πνεύμα συνέχιση εσαεί την αποκαλυπτικήν του δράσιν, διότι ο Κύριος «ου κατέληξεν αποκαλύπτων» (43). Η φράσις αύτη του αγίου Κυρίλλου είναι κατ' εξοχήν πολυσήμαντος, διότι συνιστά απόλυτον κατάφασιν του εξακολουθητικού και προσθετικού χαρακτήρος της δια του Παρακλήτου πραγματοποιουμένης αποκαλύψεως, ενώ συγχρόνως θα δρα ούτος και υπομνηστικώς, κατά το «υπομνήσει», δι' όσας των αληθειών εξέθεσεν ο Κύριος. Αφού ο ενανθρωπήσας Χριστός «ου κατέληξεν αποκαλύπτων», έπεται ότι συνεχίζεται η αποκάλυψις. Το εξακολουθητικώς όμως αποκαλυπτόμενον είναι πάντοτε το μυστήριον (44) της αγ. Τριάδος και της οικονομίας του Υιού. Πώς συμβαίνει να υπάρχη συνεχής αποκάλυψις του αυτού πράγματος, της αυτής αληθείας (45), αποτελεί ακανθώδες θεολογικόν πρόβλημα, περί του οποίου θα γίνη λόγος εις έτερον σημείον της παρούσης μελέτης.
Ο ι. Χρυσόστομος, κηδόμενος των απλοϊκωτέρων την πίστιν και την κατάρτισιν χριστιανών, οι οποίοι εκινδύνευον να παρανοήσουν τους λόγους του Κυρίου περί Παρακλήτου, μέλλοντος να διδάξη ό,τι ο ίδιος ένεκα της αδυναμίας (46) των μαθητών του δεν είπε, επιχειρεί βαθείαν τομήν εις το γεγονός της θείας αληθείας, υποστηρίζων ότι η διδασκαλία, την οποίαν παρουσιάζει ο Παράκλητος, ταυτίζεται προς την διδασκαλίαν, την οποίαν θα εσυνέχιζεν ο Κύριος, εάν οι Απόστολοι ηδύναντο να βαστάσουν αυτήν κατά τον καιρόν της ενσάρκου οικονομίας (47). Τον αυτόν κίνδυνον δια τους πιστούς διείδε και ο Θεολόγος άγιος Γρηγόριος. Εξηγήσας τα κατά το άγιον Πνεύμα και την θεότητα και το έργον του και φοβηθείς ότι δυνατόν οι πιστοι να εκλάβουν την διδασκαλίαν του Πνεύματος ως διαφόρου εξουσίας και πηγής (48) από εκείνης του Κυρίου, σπεύδει να υπογραμμίση ότι το Πνεύμα στέλλεται εν τω ονόματι (49) του Κυρίου και άρα δεν πρόκειται περί διδασκαλίας ξένης προς αυτόν, καίτοι δεν διετύπωσεν αυτήν ο ίδιος.
«Εκ των αυτών και αυτός ( = ο Παράκλητος) ερεί» (50). Το χωρίον τούτο εν συνδυασμώ προς τα προηγούμενα εισάγει ευθέως εις το πρόβλημα της θείας απλότητος και των κοινών θείων ενεργειών των τριών προσώπων της αγίας Τριάδος. Η πηγή της προς τα έξω ακτινοβολίας της Τριάδος είναι μία, είναι κοινή, διότι πρόκειται περί της κοινής εις τα θεία πρόσωπα φύσεως, η οποία παραμένει άγνωστος, άρρητος και αμέθεκτος ανθρώποις και αγγέλοις. Δια λόγους όμως σωτηριολογικούς ο Θεός γίνεται μεθεκτός εις τον άνθρωπον δια των άκτιστων και ουσιωδών ενεργειών της θείας φύσεως. Αι ενέργειαι αύται ενώ είναι κοιναί, διότι εκπέπονται υπό της αυτής κοινής θείας φύσεως, προσφέρονται εξ απείρου θείας αγάπης εις τον άνθρωπον μέσω των προσώπων της αγίας Τριάδος. Η αποκάλυψις και η διδασκαλία, ως αναφέρει εν τη περιπτώσει τούτη ο ι. Χρυσόστομος, είναι κοιναί θείαι ενέργειαι προς τον άνθρωπον, δι' αυτών δε γνωρίζομεν αυτόν τον Θεόν και όχι απλώς κάτι περί του Θεού.
Η τοιαύτη θεώρησις των κυριακών λόγων του Ιωάννου περί του Παρακλήτου ως διδασκάλου και συνεχιστού του αποκαλυπτικού έργου του Σωτήρος Χριστού απαντά και κατά τους μεταγενεστέρους αιώνας, ώστε να ευρίσκωμεν παράδοσιν ενιαίαν και αδιάσπαστον.
Ο κορυφαίος εκπρόσωπος της θεολογίας της θεοπτίας, δηλ. ο άγιος Γ ρηγόριος ο Παλαμάς, φρονεί ότι το άγιον Πνεύμα «και ήλθε κατά την δεδομένην υπό του Σωτήρος... επαγγελίαν» (51) και έμεινεν εις τους ανθρώπους και εδίδαξεν εις αυτούς (52) «πάσαν την αλήθειαν» (53). Η αλήθεια μάλιστα, την οποίαν διδάσκει το άγιον Πνεύμα θεωρείται και χαρακτηρίζεται υπό του ιερού ανδρός «ως μηδέπου εγνωσμένη» (54), αφού άλλωστε, εάν δηλ. ήτο «εγνωσμένη», δεν θα παρίστατο ανάγκη να διδάξη αυτήν ο Παράκλητος, αλλά θα ηρκείτο πλέον εις μόνην την υπόμνησιν αυτής, ως πράττει δι' όσα είχεν ήδη αποκαλύψει ο Κύριος. Η επαγγελία του Σωτήρος περί αποστολής του Παρακλήτου και διδασκαλίας αυτού προς ημάς κέκτηται πρακτικώς σημασίαν μόνον υπό τον όρον, ότι είμεθα ητοιμασμένοι δια την εντός ημών εκπλήρωσίν της, τούθ' όπερ συμβαίνει «ηνίκα νουν έχο- μεν Χριστού και οφθαλμούς πνευματικούς» (55).
3. Συμπεράσματα .
Όσα εξεθέσαμεν εις την παρούσαν παράγραφον, εν τη προσπάθεια ημών να παρουσιάσωμεν όλως αντιπροσωπευτικώς τας περί του διδακτικού ή αποκαλυπτικού έργου του Παρακλήτου απόψεις, αι οποίαι κρατούν μεταξύ των συγχρόνων ερμηνευτών και των πατέρων της Ανατολής, δύνανται να διατυπωθούν συνοπτικώς εις τας εξής προτάσεις :
α) Σύγχρονοι ερμηνευταί.
Ο Παράκλητος παρέχει εις την κοινότητα ασφαλή γνώσιν των αφορώντων εις τον Χριστόν και τα μέλλοντα συμβαίνειν (Σ. Αγουρίδης).
Πρωταρχικός σκοπός του Παρακλήτου είναι να συμβάλη εις την κατανόησιν του έργου του Κυρίου (Ο. Cullmann ).
Το έργον του Παρακλήτου είναι και αποκαλυπτικόν, διότι οδηγεί ημάς εις την «εκ νέου» πάντοτε κατανόησιν του κηρύγματος του Χριστού ( Otto Betz ).
Ο Παράκλητος βοηθεί εις βαθυτέραν κατανόησιν και περαιτέρω ανάπτυξιν των αληθειών, τας οποίας απεκάλυψεν ο Κύριος. Η ανάπτυξις αληθείας τινός δεν σημαίνει νέον τι κατ' ουσίαν ( Alfr. Wikenhauser ).
Ο Παράκλητος νοείται μάλλον ως δύναμις παρηγορητική και αποκαλυπτική, συντελούσα εις την εκάστοτε εν ημίν επαναπρόσληψιν του έργου του Κυρίου ( R. Bultmann ).
Η ενέργεια του Παρακλήτου είναι συμπληρωματική όσων δεν είπε και υπομνηστική όσων είπεν ο Κύριος (Ν. Δαμαλάς).
Ο Παράκλητος νοείται μάλλον ως χάρις φωτιστική και υπομνηστική όσων είπεν ο Κύριος (Εμ. Ζολώτας).
β) Πατέρες.
Ο Παράκλητος εδίδαξεν — απεκάλυψεν όσα δεν είπε και υπέμνησεν όσα είπεν ο Κύριος (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας).
Ο Παράκλητος διδάσκει — αποκαλύπτει ημίν όσα δεν ηδύναντο να βαστάσουν οι μαθηταί προ της αναστάσεώς του (Θεολόγος Γρηγόριος).
Ο Κύριος απεκάλυψε την αλήθειαν «επί μέρους», ενώ ο Παράκλητος παρέχει αυτήν εις τους πιστούς αφθόνως και πάντοτε (ι. Φώτιος).
Ό,τι οι απόστολοι δεν ήκουσαν παρά του Κυρίου, έλαβον παρά του αγίου Πνεύματος (Συμεών Νέος Θεολόγος).
Ο Κύριος συνεχίζει την αποκάλυψιν δια του Παρακλήτου, όστις και δίδει την τελείαν αποκάλυψιν, η οποία αφορά εις τον Μονογενή (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
Η διδασκαλία του Κυρίου και η διδασκαλία του Πνεύματος είναι της αύτής πηγής (ι. Χρυσόστομος, Θεολόγος Γρηγόριος).
Η διδασκαλία του Πνεύματος ην «ουδέπου εγνωσμένη» (Γρηγόριος Παλαμάς).

1) Σ. ΑΓΟΥΡΙΔΟΥ, Ο «ΙΙαράκλητος» και ο «Κατήγορος» εν, βιβλικά Μελετήματα, Α', Αθήναι 1966, σελ. 86. Πρβλ. και σελ. 68.
2)  Ο. CULLMANN, Les sacrements dans l' Évangile Johannique , Paris 1951, σ. 17. Πρβλ. και H. MÜHLEN, L' Esprit dans l' Église (bibliothèque oecumenique 6), Paris 1969, σελ. 370, 373.
3) Der Paraklet, Fiirsprecher im häretischen Spätjudentum, im Johan nes- evangelium und in neu gefundenen gnostischen Scriften, Leiden - Köln 1963, σ. 208.
4)  «Εγ (Christus) kann ihnen ( τοις μαθηταίς ) die tröstliche Zusicherung geben, dass sein Offenbarerwirken in der Tätigkeit des Parakleten seine Fortsetzung fidet, den der Vater in seinen Nammen senden wird. Der Pareklet wird hier als Lehrer charakterisiert, und seine Tätigkeit als lehren und erinnern beschreiben. Die beiden Ausdrücke besagen nicht das gleiche... Der Paraklet wird sie, wie Jesus 16,13 ausdruckt, zur ganzen und vollen Wahrheit führen (vrgl. A Johan. 2,27). Dieses Lehren wird sich dadurch vollziehen das der Heilige Geist sie tiefer in das Verständnis der von Jesus verkundeten Wahrheiten ein- führt, diese Warhrheiten, weiter entfaltet und entsprchend den zweiligen Anforderungen, der Zeit. ergänzt, und ver-vollständigt, nicht aber ganz andere und, völlig neue Lehren bringt (Das Evangelium nach Johannes, Regensburg 1948, σελ. 227).
5)  Αυτόθι.
6)  Das Evangelium des Johannes, Göttingen 1950, σελ. 441-442, 484 : « Die Charakterisierung des Parakleten mit dem gemeinschriftlichen Terminus als des άγιον πνεύμα weist wieder darauf hin, dass er die der Gemeinde geschenkte Kraft ist in der das eschatologische Geschehen sich weitervol- lzieht».
7)  «Das διδάσκει hat den tröstlichen Sinn der Verheissung von 16, 13a : die Offenbarung ist mit dem Abschied Jesu nicht Abschluss gekommen, sondern wird in jeder Zukunft neu geschenkt werden» ( αυτόθι ).
8)  'Ε. αν ., σελ. 485.
9)  Μ. ΣΙΩΤΟΥ, Εν Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, 4, σελ. 901-903.
10)  Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Αθήναι 1940, σελ. 594.
11)  Αυτόθι.
12)  Αυτόθι.
13)  Autorité et Saint- Esprit, εν Messager de l' Exarchat du partiarche russe en Europe occidentale, 17 (1969) 206.
14)  Υπόμνημα, εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον , Αθήυαι 1907, σελ. 325.
15)  Αυτόθι.
16)  Έ. άν., σελ. 442.
17)  Αυτόθι.
18)  Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Αθήναι 1954, σελ. 566-567. Πρβλ. και σελ. 567-568.
19)  L' Esprit Saint et l' Église (Akadémie internationale des Sciences Religieuses). L' avenir de l' Église et de l' oecumenisme , Fayard Paris 1969, σελ. 263.
20)  Αυτόθι.
21)  Έ. αν., σελ. 263-264.
22)  Έ. αν., σελ. 264.
23)  Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, PG 124, 188D.
24)  R. JANIN., εν ΘΗΕ, 6, σελ. 418.
25)  Θεολογικός πέμπτος περί του αγ. Πνεύματος 27, 33, PG 36, 164, 172.
26)  Έ. αν., PG 36, 164BC.
27)  «Και συ μεν (Κύριε) επί μέρους ημίν την αλήθειαν απεκάλυψας· εκείνος δέ ( ο Παράκλητος) οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν· και σου μεν μυσταγωγούντος, έτι δεόμεθα και σοφίας και δυνάμεως και αληθείας· εκείνος δε παραγεγονώς πάντων ημίν την απόλαυσιν άφθονον παράσχοι. Ει τοίνυν συ ταύτα, η ενυπόστατος σο­φία καί αλήθεια, διδάσκεις, ουκ επιδιστάζειν ημάς προσήκε και της προς το μείζον εξελαττούσης τιμής τε και δόξης το Πνεύμα παρ' ημών αξιούσθαι» (Περί της του αγ. ΙΙνεύματος μυσταγωγίας, PG 102, 305CD, 308 Α ).
28)  Αυτόθι.
29)  Ηθικά V, εν Sources Chrétiennes, No 121, Paris 1967, σελ. 106.]
30)  «Ούπω γαρ τέως λέγω ότι είδον αυτά και είπον, αλλ' ότι ήκουσαν... γνώθι ότι παρά του αγίου ταύτα μεμεθήκασι Πνεύματος, καθώς αυτοίς και ο Κύριος έλεγεν· όταν δε έλθη ο Παράκλητος...» (ε. αν., σελ. 106, 108).
31)  Αυτόθι.
32)  Βλ. σχετικώς εμπεριστατωμένας μελέτας των Σ. ΑΓΟΥΡΙΔΟΥ, Ο «Παράκλητος» και ο «Κατήγορος», εν Βιβλικά μελετήματα, Α, Αθήναι 1966, σελ. 67-86, και Ο. BETZ, Der Paraklet, Leiden - k ö ln 1963.
33)  Εις το κατά Ιωάννην, PG 66, 77Α.
34)  Εις το κατά Ιωάννην, PG 74, 301Α.
35)  Πρβλ. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Επιστολή 223, Προς Ευστάθιον, PG 32, 829Β. Πρβλ. και σελ. 43-44 και αλλαχού της παρούσης μελέτης.
36)  Ιωάν. ις' 13.
37)  Δείγματος χάριν πρβλ. ΚΥΡΙΛΛΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, PG 74, 276Β.
38)  Ιωάν. ιδ' 26.
39)  Ερμηνεία εις τα τέσσαρα Ευαγγέλια , εν ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΙΔΟΥ, Η Κ.Δ. μετά υπομνημάτων αρχαίων , Β, Αθήυαι 1842, σελ. 673.
40)  Ιωάν. ις' 13.
41)  ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Έ. αν., σελ. 692.
42)  Έ. αν., σελ. 673.
43)  ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, PG 74, 576.
44)  «Ου γαρ κατέληξεν αποκαλύπτων ημίν ο Μονογενής, του καθ' εαυτόν μυστηρίου την δύναμιν αποκαλύψας τοις πρώτοις εν αρχαίς· ενεργεί δε τούτο δια παντός, ενσπείρων εκάστω τον δια του Πνεύματος φωτισμόν και χειραγωγών εις επίγνωσιν των υπέρ νουν και λόγον τους αγαπώντας αυτόν» (ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Εις το κατά Ιωάννην, PG 74, 576).
45)  «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. ιδ' 6).
46)  PG 59, 423. Πρβλ. και έ. αν.,424, ένθα χαρακτηρίζει την υπό του Πνεύματος θαυματουργικώς παρεχομένην πίστιν ως «την τελείαν» εν συγκρίσει προς εκείνην, την οποίαν είχομεν προ της προσωπικής ελεύσεως αυτού.
47)  «Μία η εμή (=Υιού) και εκείνου (=Παρακλήτου) διδασκαλία εστίν· εξ ων έμελλον εγώ διδάσκειν, εκ των αυτών και αυτός ερεί· και γαρ και εκείνα εμά εστι και την εμήν συγκροτεί δόξαν» ( PG 59, 425).
48)  Λόγος θεολογικός πέμπτος περί του άγιου Πνεύματος 26, PG 36, 164ΑΒ
49)  Αυτόθι.
50)  ΙΩANNOY ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, PG 59, 425.
51)  Λόγος Α' περί εκπορεύσεως , εν Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Συγγράμματα του Γρηγορίου ΙΙαλαμά , Α, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 27.
52)  Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων Β' 2, έ. αν., σελ. 601.
53)  Αυτόθι.
54)  Έ. αν., σελ. 578-579.
55)  Αυτόθι.

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

Η κάθοδος του Πνεύματος υπό μορφήν «περιστεράς»


counter


     Μια άλλη ερμηνευτική δυσκολία είναι κι εκείνη της «μορφής» με την οποία παρουσιάσθηκε το Άγιο Πνεύμα. Και τα τέσσερα Ευαγγέλια μιλούν εδώ με τη «συμβολική» γλώσσα της βιβλικής προτύπωσης, αναφέροντας την «περιστεράν» και χρησιμοποιώντας τους ρηματικούς τύπους «καταβαίνον» (Ματθ. 3, 16,  Μάρκ. 1,10· Ιωάν. 1,32) ή «καταβήναι» (Λουκ. 3,21). Και ο μεν Ματθαίος συμπληρώνει την περιγραφή με τη διατύπωση «και ερχόμενον επ’ αυτόν», ο δε Ιωάννης με το «και έμεινεν επ’ αυτόν». Όλες δε οι διατυπώσεις αυτές, ασφαλώς υπονοούν κάποια πραγματική «κάθοδο» ενός αντικειμενικού «φαινομένου».
     Οι Ευαγγελιστές όλοι είναι σαφείς στο σημείο αυτό, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται «άνωθεν» και υπό μορφήν περιστεράς. Οι φράσεις «ωσεί περιστεράν» (Ματθ. 3,16), ή «ως περιστεράν» (Μάρκ. 1,10· Λουκ. 3,22) φανερώνουν δύο πράγματα: πρώτο, ότι εδώ έχουμε πραγματικό και όχι φανταστικό γεγονός και δεύτερο, ότι η «περιστερά» ανήκει στη βιβλική «συμβολική» γλώσσα και όχι στον κόσμο των φαινομένων. Αυτό που «κατέρχεται» και «κάθεται» στην κεφαλή του  Ιησού ομοιάζει με «περιστερά» («ωσεί περιστεράν») και δεν είναι μια πραγματική περιστερά του ζωικού κόσμου.
     Αλλά, τί σημαίνει αυτή η συμβολική μορφή της «περιστεράς» και γιατί η φανέρωση του Πνεύματος περιγράφεται εδώ με τη μορφή αυτή; Αυτή η συμβολική και βιβλική «εικόνα» υποδήλωνε ταυτόχρονα και κάποια «σωματική» οντότητα; Τα ερωτήματα αυτά τίθενται εδώ εξαιτίας μιας επεξηγηματικής διατύπωσης που υπάρχει στην ευαγγελική διήγηση του Λουκά και που αναφέρει συγκεκριμένα την όντως περίεργη φράση: «και καταβήναι το Πνεύμα το Άγιον σωματικώ είδει ωσεί περιστεράν επ’ αυτόν» (Λουκ. 3,22). Πράγματι, με ποιά έννοια το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται «σωματικώ είδει» και πώς μπορεί να κατανοηθεί η διατύπωση αυτή σήμερα από εμάς; Ενδιαφέρον παρουσιάζει να δούμε, πως αποδίδεται η φράση αυτή μεταφραστικά από τις διάφορες σύγχρονες μεταγλωττίσεις της Καινής Διαθήκης στη νεοελληνική και δημοτική γλώσσα.
    Κατά χρονολογική σειρά έχουμε τις εξής βασικότερες νεοελληνικές μεταφράσεις, που αποδίδουν το σχετικό στίχο που μας ενδιαφέρει εδώ (Λουκ. 3,22) σχεδόν πανομοιότυπα: «και να καταβή επάνω του το Άγιο Πνεύμα, το οποίον ενεφανίσθη με σχήμα και είδος εξωτερικόν και σωματικόν, που ωμοίαζε προς περιστεράν, χωρίς όμως και να είναι πραγματική περιστερά» (Τρεμπέλας)· «και κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιο με μορφήν εξωτερικήν και σωματικήν που έμοιαζε προς περι­στεράν» (Κολιτσάρας)· «και κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιον επάνω του υπό σωματικήν μορφήν σαν περιστερά» (Βέλλας)· «και κατέβηκε σ’ αυτόν το Άγιο Πνεύμα με ορατή μορφή, σαν περιστέρι» (των «έξι»).
    Το συμπέρασμα που βγαίνει από όλες αυτές τις μεταφραστικές προσπάθειες είναι, ότι η διατύπωση «σωματικώ είδει» έχει ως σκοπό να τονίσει κυρίως την «ορατή» και πραγματική ιστορική παρουσία του Αγίου Πνεύματος και όχι την κάθοδο κάποιας «σωματικής» και πραγματικής περιστεράς. Έτσι αναιρείται συγχρόνως και κάθε μυθική έννοια, προερχόμενη από οποιαδήποτε «πνευματοκρατική» ερμηνεία, όπως θέλησαν να δουν τη φράση αυτή πολλοί φιλελεύθεροι σύγχρονοι δυτικοί ερμηνευτές.
    Βέβαια, πολλοί αρχαίοι αλλά και νεώτεροι ερμηνευτές και υπομνηματιστές έχουν συσχετίσει τη «σωματική» αυτή εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος με το αιώνιο «σύμβολο της ειρήνης» που είναι η περιστερά, για να τονίσουν ιδιαίτερα, για λόγους καθαρά πνευματικούς, την πραγματοποίηση της συμφιλίωσης στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού όλης της ανθρωπότητας και την αναίρεση της «έχθρας» που υπήρχε μεταξύ ανθρώπου και Θεού. Η περίοδος της απάρνησης του θελήματος του Θεού και της αποστασίας του ανθρώπου που κατέληξε στον κατακλυσμό του Νώε και την καταστροφή της ανθρωπότητας, έληξε με την εμφάνιση μιας περιστέρας. Και όπως η περιστερά τότε έφερε το καλό μήνυμα στον κόσμο της κιβωτού για τη σωτηρία (Γεν. 8,8-12), έτσι και τώρα μια άλλη «περιστερά» αναγγέλλει στον κόσμο των ανθρώπων τη σωτηρία και την έλευση στην ανθρωπότητα του λυτρωτή και σωτήρα Χριστού.
      Η  Εκκλησία, ως μια νέα κιβωτός, θα εκφράσει συγκεκριμένα στην ιστορία τη νέα συμφιλίωση ουρανού και γης, που άρχισε με τη σάρκωση του Λόγου και φανερώθηκε κατά τρόπο «ορατό» και «σωματικό» στο γεγονός της βάπτισης του Ιησού στα νερά του  Ιορδάνη. Ο άγγελος στην έναρξη αυτής της ιστορίας και κατά τη στιγμή της γέννησης του Ιησού είχε αναγγείλει την κάθοδο «επί γης» της ειρήνης. Και τώρα η «περιστερά» έρχεται ως το «σύμβολο» της ειρήνης να επιβεβαιώσει την αλήθεια εκείνη και να αναγγείλει την έναρξη της νέας και εσχατολογικής εποχής του Αγίου Πνεύματος (βλ. Ιωήλ 2,28-32· Πράξ. 2,17-20). Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος είναι η μεγάλη εγγύηση για την εγκαθίδρυση της ειρήνης στον κόσμο, με μια έννοια καθαρά σωτηριολογική αλλά και εσχατολογική. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο κύριος φορέας αυτής της ειρήνης, με κέντρο αναφοράς την εσχατολογική πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, που έρχεται με την παρουσία του να εγκαινιάσει στον παρόντα ιστορικό μας κόσμο.
     Όλα αυτά είναι, ασφαλώς, τρόποι προσέγγισης και ερμηνείας ενός βιβλικού γεγονότος. Άλλους ικανοποιούν και άλλους ίσως όχι. Πιστεύουμε δε, ότι καμιά ερμηνεία δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή από όλους και σε όλες τις εποχές. Αυτό μόνο που μπορεί να τονίσει με βεβαιότητα κανείς εδώ είναι, ότι το «σύμβολο» της περιστεράς διεδραμάτισε ένα σημαντικό ρόλο στη βιβλική γλώσσα και σε όλες τις παραδόσεις της ιουδαϊκής γραμματείας. Υπενθυμίζουμε ιδιαίτερα την περίπτωση εκείνη, όταν η Παλαιά Διαθήκη θέλησε να παραστήσει το Πνεύμα του Θεού να «επιφέρεται επάνω του ύδατος» και να υποδηλώνει μ’ αυτό τον τρόπο τη γέννηση και τη δημιουργία του κόσμου (Γεν.1,2). Με αφορμή αυτή την εικόνα, ισχυρίζονται πολλοί, ότι κι εδώ έχουμε κάτι ανάλογο, την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος υπό τη μορφή της περιστεράς τη στιγμή της βάπτισης του Ιησού στα νερά του Ιορδάνη, όπου έρχεται να υποδηλώσει και να φανερώσει μια νέα πραγματικότητα που ήδη τώρα αρχίζει να διαφαίνεται καθαρότερα και που σημαίνει την αρχή μιας νέας και εσχατολογικής δημιουργίας. Η Εκκλησία, ως κιβωτός και νέα Δημιουργία, συνδέει αυτές τις δύο συμβολικές παραστάσεις της ιουδαϊκής και της χριστιανικής παράδοσης, στη δική της ιστορική πραγματικότητα που το Άγιο Πνεύμα εγκαινίασε στον κόσμο του παρόντος.

(Γεωργίου Π. Πατρώνου, «Η ιστορική πορεία του Ιησού», εκδ. Δόμος, σ. 245-251)

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν


counter

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,

.           Γνωρίζουμε (καὶ ἀποδεχόμαστε) ὅτι αἰτούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου εἶναι ἡ σωτηρία τῆς φύσης μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς σύγχυσης (τοῦ θανάτου). Ἑπομένως ἀναφερόμαστε σὲ θεραπεία (ἀλλαγὴ) τῆς φύσης μας ἀπὸ ἐνδημοῦσα κατάσταση ἀσθενείας. Τέτοια θεραπεία καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεότητα συνδέθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καθένας πλέον ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει νέα γέννηση, νὰ ὑπάρξει δηλαδὴ ὡς νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι κατὰ συμβολικὸ ἢ ἠθικὸ τρόπο, ἀλλὰ κατὰ ὑπαρξιακό. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἀναλύουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς λένε λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ παραδοθοῦμε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ»), βαπτιστοῦμε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς μέλη ἑνὸς νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, «τρῶμε καὶ πίνουμε» τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε κοινωνία μαζί του, κοινωνοῦμε μὲ τὴ δική του θεωμένη ἀνθρώπινη φύση («Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» – Ἰωάν. ϛ´ 56). Στὴ θεία Λειτουργία δὲν κάνουμε ἀναπαράσταση γεγονότος, ποὺ κάποτε συνέβη καὶ τὸ θυμόμαστε, ἀλλὰ δημιουργοῦμε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἐπαναλαμβάνουμε οὐσιαστικὰ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἀρχή. Μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενη θεία Λειτουργία, γιατί καὶ σ᾽ αὐτὴν τὸ ἐπιχειρήσαμε, ἀλλὰ δὲν τὸ πετύχαμε τελειωτικά, δὲν φτάσαμε στὸ ἔσχατο τέλος. Ἡ μνήμη παραμένει, γι᾽ αὐτὸ καὶ λαχταρᾶμε νὰ πᾶμε στὴν ἑπόμενη θεία Λειτουργία. Ἡ μία Κυριακὴ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ ζεῦγος μνήμης καὶ λαχτάρας. Τί γίνεται ἐκεῖ στὴ θεία Λειτουργία; Μαζευόμαστε ὡς μέλη σώματος, ὄχι ὡς ἄτομα, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν κλημάτων, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς τὰ κλήματα ποὺ θὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο (τὸν Χριστὸ) καὶ θὰ μείνουν ζωντανὰ καὶ καρποφοροῦντα. Μαζευόμαστε κουβαλώντας ὅλη τὴ Δημιουργία μαζί μας. Ὄχι μόνο τὴ διάθεσή μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ φύση μας. Τὴ Δημιουργία τὴν προσάγουμε μέσα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ κρασιοῦ. Καὶ ὅλα αὐτά, ἡμῶν συμπεριλαμβανομένων, ἀρχίζουμε νὰ τὰ ἀναγάγουμε στὸν Πατέρα, γιὰ νὰ τὰ κάνει Χριστό, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ἐπαναλάβουμε τὴ λέξη τῆς Θεοτόκου: γένοιτο! Ὅμως, τίποτε δὲν γίνεται ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν μᾶς συγκροτεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς κοινότητα, ὡς λαό, ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Πᾶμε, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ θεραπευτοῦμε, νὰ θεραπεύσουμε τὴ φύση μας (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, ΚΔ´, PG 91, 704A: «Τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καὶ μὴ ἀπολιμπάνεσθαι ποτὲ τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως […] διὰ τὴν ἀοράτως ἀεὶ παροῦσαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριν […] καὶ ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσαν τε καὶ μετασκευάζουσαν, καὶ ἀληθὲς μεταπλάττουσαν ἐπὶ τὸ θειότερον […] κἂν αὐτὸς μὴ αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατὰ Χριστὸν νηπίων ἐστι καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν γενομένων ὁρᾶν ἀδυνατεῖ») Ἔχοντας αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψη μας, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Χριστὸς μιλεῖ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.           Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο προαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σὲ δύο χωρία) ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία, μετὰ ἀπὸ τὴ δική του Ἀνάληψη: στὸ ιδ´16 («Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ἡμῖν, ἵνα μένει μεθ᾽ ἠμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»), παράλληλα μὲ τὸ ιδ´ 26 («Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα»), καὶ στὸ ιε´ 26 («Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ἠμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»). Στὸ δεύτερο ἡ ἀναφορὰ εἶναι πιὸ συγκεκριμένη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί περιγράφεται τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἐπιτελέσει. Μὲ τὴν πρόταση μάλιστα «συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιϛ´ 7), ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ὡς ἑνιαία καὶ διαρκὴς μέριμνα τοῦ Θεοῦ: ὁ Πατὴρ ἀποστέλλει τὸν Υἱὸ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καινουργήσει, ἔργο ποὺ ὁ Υἱὸς τὸ ἐπετέλεσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν Ἀνάσταση, καὶ ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενο Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραμείνει ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ νὰ βοηθήσει στὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴσοδος καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ πεπραγμένα της («ἐλέγξει τὸν κόσμον»), ὄχι γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει ἢ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν φωτίσει, ὥστε νὰ παύσει νὰ ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἁμαρτία, τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν ἀπουσία πίστεως δηλαδή, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς φθορᾶς της. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν πραγματικὴ δικαιοσύνη ὡς κατάσταση, ἢ μᾶλλον ἀποκατάσταση τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, τώρα ποὺ ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Χριστὸς ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, συνέδεσε στὸ πρόσωπό του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ δυναστεία ἑνὸς διαρκοῦς θανάτου. Θὰ ἀποκαλύψει ἐπίσης τὸ τέλος τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνατολὴ νέας πραγματικότητας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ.
.           Συνηθίσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας, τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅρους δικανικούς, γιὰ νὰ μὴν πῶ τιμωρητικούς. Ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βιβλικὸς ὅρος «κρίση» ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαίωσης. Ἡ πραγματικὴ κρίση ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἀληθοῦς – ἡ παρουσία κρίνει. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου κρίνει, δηλαδὴ ξεχωρίζει: εἶσαι μὲ τὴ ζωὴ ἢ εἶσαι μὲ τὸν θάνατο;Ἤδη ἔχει πεῖ ὁ Ἰησοῦς ὅτι μέχρι νὰ ἔρθει ἀνάμεσά μας ὡς Θεάνθρωπος, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν ὅτι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ἰωάν. ιε´ 22). Τώρα εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ στάση τους. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχίζει ἡ εὐθύνη. Ἔχω εὐθύνη γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ αὐτὸ λέγεται κρίση. Ὁ Χριστὸς ὑπογράμμισε: «Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἡ γνώση περὶ Θεοῦ δὲν προσεγγίζεται μὲ νοητικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μέσῳ σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἡ γνώση πηγάζει ἀπὸ σχέση. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ νοητικὲς δυνάμεις καὶ λειτουργίες, ἀκόμη ἀκόμη καὶ οἱ νοοτροπίες, δὲν λειτουργοῦν θετικὰ στὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας (πολλὲς φορὲς ἀρνητικά), ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ὑποβοηθητικὴ ἡ λειτουργία τους· εἶναι ἡ πρώτη τροφή, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ διακρίνει μεταξὺ ἐπὶ μέρους καὶ τέλειας γνώσης «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην», Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὸ Πνεῦμα θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ Χριστό, συνδέοντάς μας μαζί Του. Τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζεις τρώγοντάς τον καὶ πίνοντάς τον, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὴ εἶναι γνώση βιούμενη, ὄχι μεταδιδόμενη. Τὰ ρήματα καὶ τὰ πράγματα ποὺ σοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς ἔχουν μυσταγωγικὸ χαρακτήρα. Τελικὰ τὸν Χριστὸ τὸν «γνωρίζεις» ὄχι μὲ τὴ σπουδὴ (ἔστω τῆς Ἁγίας Γραφῆς), οὔτε μόνον χάρη σὲ εὐσεβεῖς πόθους, οὔτε μιμούμενος τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς (μίμηση Χριστοῦ), οὔτε χάρη στὶς καλὲς διαθέσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ παραδίδεσαι στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ σὲ συνδέει μαζί του, σὲ εἰσάγει στὴν ἀλήθεια του («ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»). Βέβαια, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδεσαι σὲ διαρκῆ ἄσκηση (διὰ βίου), ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ ἡ ὕπαρξή σου γιὰ νὰ δεχτεῖ τὶς ἐνέργειές του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).